Η θεσμική εξέλιξη του τουρκικού πολιτικού συστήματος από την ίδρυση της Δημοκρατίας έως σήμερα συνιστά μια διαρκή πάλη ανάμεσα στις δυνάμεις του εκσυγχρονισμού, της κοσμικότητας και του ελέγχου των ενόπλων δυνάμεων από τη μία, και τις κοινωνικές-πολιτικές πιέσεις για μεγαλύτερη λαϊκή κυριαρχία, ισλαμική ταυτότητα και συγκεντρωμένη ηγεσία από την άλλη. Η άνοδος του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) το 2002 εγκαινίασε μια νέα φάση στην οποία οι παραδοσιακοί μηχανισμοί ισορροπίας, όπως το συνταγματικό δικαστήριο και ο στρατός, σταδιακά εξουδετερώθηκαν ως αντίβαρα εξουσίας.

Η κορύφωση αυτής της διαδικασίας ήταν η συνταγματική αναθεώρηση του 2017, η οποία εγκρίθηκε μέσω δημοψηφίσματος με οριακή πλειοψηφία και μετέβαλε ριζικά τον χαρακτήρα του πολιτεύματος. Το νέο προεδρικό σύστημα κατάργησε τον θεσμό του πρωθυπουργού, συγχώνευσε εκτελεστική και κυβερνητική εξουσία στο πρόσωπο του Προέδρου, επέτρεψε στον εκάστοτε πρόεδρο να εκδίδει προεδρικά διατάγματα με ισχύ νόμου και του παρέσχε ενισχυμένο έλεγχο επί της δικαιοσύνης μέσω του διορισμού μελών του Συμβουλίου Δικαστών και Εισαγγελέων.

Από θεωρητική σκοπιά, το νέο καθεστώς προσομοιάζει σε «εκτελεστικό προεδρικό σύστημα με στοιχεία ανταγωνιστικού αυταρχισμού». Παρά την τυπική διεξαγωγή εκλογών, η συγκέντρωση εξουσίας μειώνει τον θεσμικό πλουραλισμό και περιορίζει την ουσιαστική λογοδοσία. Η εκτελεστική εξουσία έχει αποκτήσει προτεραιότητα έναντι της νομοθετικής, με την Εθνοσυνέλευση να περιορίζεται σε ρόλο επικύρωσης κυβερνητικών αποφάσεων.

Ο ρόλος του Ερντογάν είναι καθοριστικός σε αυτή τη μετάβαση. Μέσω ενός συνδυασμού λαϊκιστικού λόγου, εκλογικών επιτυχιών και εκκαθαρίσεων μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, κατάφερε να επαναδιαμορφώσει το κράτος, τοποθετώντας πιστούς σε κρίσιμες θέσεις της δημόσιας διοίκησης, της αστυνομίας και της δικαιοσύνης. Αυτό έχει οδηγήσει σε μια νέα πολιτική πραγματικότητα όπου η αντιπολίτευση διαθέτει τυπικό κοινοβουλευτικό βήμα, αλλά περιορισμένα μέσα θεσμικής επιρροής.

Οι συνέπειες για τη δημοκρατία είναι αντικείμενο έντονης ακαδημαϊκής συζήτησης. Οι επικριτές θεωρούν ότι η Τουρκία έχει μεταβεί σε καθεστώς μεικτού χαρακτήρα, όπου η δημοκρατική νομιμοποίηση συνυπάρχει με εκτεταμένο έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας επί των μέσων ενημέρωσης, του δικαστικού σώματος και των εκλογικών θεσμών. Από την άλλη πλευρά, υποστηρικτές του συστήματος επισημαίνουν ότι προσφέρει κυβερνητική σταθερότητα, ταχεία λήψη αποφάσεων και αποτρέπει στρατιωτικές παρεμβάσεις στην πολιτική.

Συνολικά, η μετάβαση της Τουρκίας από κοινοβουλευτισμό σε προεδρικό καθεστώς δεν αποτελεί απλώς θεσμική αλλαγή αλλά ιδεολογική και πολιτική στροφή. Αντικατοπτρίζει την αναζήτηση ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου όπου η εκτελεστική εξουσία παρουσιάζεται ως έκφραση της λαϊκής βούλησης. Το ερώτημα που τίθεται πλέον για την πολιτική επιστήμη είναι κατά πόσο αυτό το μοντέλο μπορεί να διατηρήσει μακροπρόθεσμα μια ισορροπία μεταξύ αποτελεσματικότητας και δημοκρατικής νομιμοποίησης ή αν οδηγεί αναπόφευκτα σε περαιτέρω αυταρχισμό.