Διαχρονικά Η Ευρώπη και το ΝΑΤΟ λειτουργούσαν σε ένα καθεστώς αμοιβαίας αναγνώρισης αλλά και λειτουργικής αμφισημίας: το ΝΑΤΟ διατηρούσε την πρωτοκαθεδρία στην κλασική συλλογική άμυνα, ενώ η ΕΕ εστίαζε περισσότερο σε ζητήματα βιομηχανικής βάσης, κανονιστικής ενοποίησης, πολιτικής διαχείρισης κρίσεων και οικονομικής ισχύος. Η τρέχουσα συγκυρία, ωστόσο, ωθεί προς μια διαφορετική ισορροπία.
Η ΕΕ δεν υποκαθιστά το ΝΑΤΟ ως οργανισμό συλλογικής άμυνας, ούτε το ΝΑΤΟ μετατρέπεται σε όργανο ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής. Εκείνο που διαμορφώνεται είναι μια νέα διαίρεση εργασίας με πολύ μεγαλύτερη αλληλεξάρτηση: η Ένωση αναλαμβάνει αυξανόμενο ρόλο στη χρηματοδότηση, στην αμυντική βιομηχανία, στην τεχνολογική βάση, στην κινητοποίηση κεφαλαίων και στη διασύνδεση της άμυνας με την ενιαία αγορά, ενώ η Συμμαχία παραμένει το κεντρικό πλαίσιο στρατιωτικού σχεδιασμού, διοίκησης, επιχειρησιακής διαλειτουργικότητας και συλλογικής αποτροπής. Αυτή η συνάρθρωση δεν είναι δευτερεύουσα τεχνική εξέλιξη. Συνιστά τον πυρήνα της νέας ευρωπαϊκής στρατηγικής πραγματικότητας.
Αυτή η θεσμική συμπληρωματικότητα επιτρέπει στην Ευρώπη να αυξήσει τη στρατηγική της ικανότητα χωρίς να απαιτεί την άμεση δημιουργία ενός πλήρως ενοποιημένου ευρωπαϊκού αμυντικού κράτους. Με άλλα λόγια, η Ένωση ενισχύει την υλική και βιομηχανική βάση της ισχύος της, ενώ το ΝΑΤΟ εξακολουθεί να συγκροτεί το ανώτερο πλαίσιο επιχειρησιακής αξιοπιστίας. Το σχήμα αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματική κατάσταση της ηπείρου: υψηλή οικονομική και θεσμική πυκνότητα στο ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά ακόμη ατελής πολιτική ενοποίηση στο πεδίο της χρήσης ισχύος. Η θεσμική αρχιτεκτονική ΕΕ–ΝΑΤΟ λειτουργεί, συνεπώς, ως μορφή μεταβατικής αλλά ουσιαστικής συνταγματοποίησης της ευρωπαϊκής άμυνας.
Αυτό, βεβαίως, δεν εξαλείφει τις ενδογενείς δυσκολίες. Όσο περισσότερο ενισχύεται η ΕΕ στον αμυντικό τομέα, τόσο περισσότερο τίθενται ερωτήματα για τις οριοθετήσεις αρμοδιοτήτων, για τον βαθμό θεσμικής αυτοτέλειας της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, για τη συμβατότητα ευρωπαϊκών πολιτικών με τις συμμαχικές απαιτήσεις και για το αν η ενίσχυση του ευρωπαϊκού σκέλους θα θεωρηθεί από ορισμένα κράτη ως βήμα προς στρατηγική χειραφέτηση ή απλώς ως αναγκαία επένδυση εντός του ατλαντικού πλαισίου. Όμως ακριβώς αυτή η αμφισημία αποτελεί το γνώρισμα της σημερινής ιστορικής στιγμής: η Ευρώπη δεν προχωρεί προς μια θεσμικά καθαρή λύση, αλλά προς ένα πυκνό πλέγμα λειτουργικών αλληλεξαρτήσεων που αυξάνει τη συνολική της αντοχή.
Η Ευρώπη επιχειρεί να συμφιλιώσει δύο μέχρι πρότινος διακριτές λογικές: την ανάγκη μεγαλύτερης ευρωπαϊκής ικανότητας και την επιμονή στη συμμαχική συνοχή. Εάν αυτή η θεσμική συνάρθρωση σταθεροποιηθεί, τότε το μέλλον της ευρωπαϊκής άμυνας δεν θα καθοριστεί από το αν η ΕΕ θα αντικαταστήσει το ΝΑΤΟ ή το αντίστροφο, αλλά από το κατά πόσον θα κατορθώσουν να δημιουργήσουν μια πιο ισόρροπη σχέση.
Πρόσφατα σχόλια