Η αξιοποίηση μέρους της δημοσιονομικής υπεραπόδοσης για παρεμβάσεις στήριξης συνιστά ουσιαστική εξέλιξη για την ελληνική οικονομία και κοινωνία. Το πραγματικό διακύβευμα, ωστόσο, δεν αφορά μόνο την άμεση ανακούφιση, αλλά το κατά πόσον αυτές οι κινήσεις μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία για μια πιο συνεκτική σχέση ανάμεσα στη δημοσιονομική σταθερότητα, την κοινωνική συνοχή, τη δίκαιη ανάπτυξη και την ανάγκη ουσιαστικότερης προστασίας των κοινωνικών στρωμάτων που υφίστανται τη μεγαλύτερη πίεση.

Η  ενεργοποίηση ενός  πλέγματος μέτρων κοινωνικής και οικονομικής στήριξης, το οποίο κατέστη εφικτό λόγω της σημαντικής υπέρβασης του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος αποτελεί εξέλιξη με πολλαπλή σημασία για την ελληνική οικονομία, για τη δομή της δημοσιονομικής πολιτικής και για τον τρόπο με τον οποίο η πολιτεία επιχειρεί να συνδέσει τη μακροοικονομική σταθερότητα με την κοινωνική ανταποδοτικότητα. Η σημασία αυτής της εξέλιξης δεν εξαντλείται στο καθαυτό μέγεθος του πλεονάσματος, ούτε περιορίζεται στην τεχνική δυνατότητα εξαγγελίας ενός ακόμη πακέτου μέτρων. Το πραγματικό της βάρος βρίσκεται στο ότι επαναφέρει στο κέντρο της συζήτησης ένα ζήτημα κρίσιμο για κάθε σύγχρονη δημοκρατική οικονομική διακυβέρνηση: με ποιον τρόπο η βελτίωση των δημόσιων οικονομικών μπορεί να μεταφραστεί σε κοινωνικά ορατό όφελος, χωρίς να ακυρώνει τις ίδιες τις προϋποθέσεις σταθερότητας που την επέτρεψαν. Υπό αυτή την έννοια, δεν πρόκειται απλώς για μια συγκυριακή δημοσιονομική επιτυχία, αλλά για μια στιγμή στην οποία διασταυρώνονται τρεις κεντρικές διαστάσεις της οικονομικής πολιτικής: η θεσμική αξιοπιστία, η κοινωνική ανάγκη για ανακούφιση και η στρατηγική απαίτηση για μια περισσότερο συνεκτική και διατηρήσιμη αναπτυξιακή πορεία.

Η υπέρβαση του δημοσιονομικού στόχου, με τελικό πρωτογενές πλεόνασμα που έφθασε περίπου στο 4,9% του ΑΕΠ έναντι αρχικής πρόβλεψης 3,7%, έχει προφανή σημασία. Πρόκειται για απόκλιση ουσιαστική και όχι οριακή, η οποία μεταφράζεται σε πρωτογενές αποτέλεσμα της τάξεως των 12,1 έως 12,2 δισεκατομμυρίων ευρώ, έναντι περίπου 9,1 ή 9,2 δισεκατομμυρίων που είχαν αρχικά ενσωματωθεί στον προϋπολογισμό. Με άλλα λόγια, η υπέρβαση του στόχου προσεγγίζει τα 2,9 δισεκατομμύρια ευρώ και αντιστοιχεί σε μια επίδοση περίπου 30% υψηλότερη από τον αρχικό σχεδιασμό. Παράλληλα, το συνολικό ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης έκλεισε με πλεόνασμα περί τα 4,29 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ το ακαθάριστο ενοποιημένο χρέος της Γενικής Κυβέρνησης, σε ονομαστικές τιμές, διαμορφώθηκε στα 362,9 δισεκατομμύρια ευρώ στο τέλος του 2025, χαμηλότερα από τα περίπου 365 δισεκατομμύρια του τέλους του 2024. Ταυτόχρονα, το κόστος τόκων εμφανίζεται χαμηλότερο σε σχέση με το προηγούμενο έτος, γεγονός που ενίσχυσε περαιτέρω τη δημοσιονομική εικόνα. Αυτά τα δεδομένα, εξεταζόμενα συνδυαστικά, συνθέτουν μια εικόνα ισχυρότερης δημοσιονομικής αφετηρίας για την επόμενη φάση της οικονομικής πολιτικής.

Αυτό όμως που αξίζει να υπογραμμιστεί από την αρχή είναι ότι η παραπάνω υπεραπόδοση δεν μπορεί να ερμηνευθεί με αφελή ή μονοσήμαντο τρόπο. Δεν πρόκειται ούτε για μια αυτόματη πιστοποίηση γενικευμένης ευημερίας ούτε για έναν αριθμό που μπορεί αυτούσιος να μετατραπεί σε πακέτο παροχών. Η ώριμη οικονομική ανάλυση επιβάλλει να γίνει σαφής διάκριση ανάμεσα στην ονομαστική υπέρβαση του δημοσιονομικού στόχου και στον πραγματικό δημοσιονομικό χώρο. Στο νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο κανόνων, εκείνο που έχει σημασία δεν είναι μόνο το ύψος του πλεονάσματος, αλλά το αν το αποτέλεσμα αυτό στηρίζεται σε μόνιμες και επαναλαμβανόμενες βελτιώσεις ή σε συγκυριακούς, προσωρινούς και μη επαναλαμβανόμενους παράγοντες. Η διάκριση αυτή είναι απολύτως κρίσιμη. Αν μέρος της υπεραπόδοσης προκύπτει από συγκράτηση ή μετάθεση δαπανών, από υποεκτέλεση επιμέρους προγραμμάτων, από ετεροχρονισμό πληρωμών ή από τεχνικές μεταβολές λογιστικού χαρακτήρα, τότε δεν μπορεί να θεωρηθεί διαθέσιμο με τον ίδιο τρόπο όπως ένα διαρθρωτικό πλεονέκτημα που προκύπτει από μόνιμη αύξηση της φορολογικής συμμόρφωσης ή από σταθερή βελτίωση της εισπρακτικής ικανότητας. Αντιστρόφως, αν ένα ουσιώδες τμήμα της υπεραπόδοσης στηρίζεται σε ενεργητικά μέτρα περιορισμού της φοροδιαφυγής, σε ψηφιακά εργαλεία, σε καλύτερο έλεγχο της αδήλωτης εργασίας, σε αύξηση εισφορών λόγω υψηλότερης απασχόλησης και σε δομική βελτίωση της διοικητικής λειτουργίας, τότε το τμήμα αυτό μπορεί πιο βάσιμα να θεωρηθεί αξιοποιήσιμο και αναπαραγώγιμο.

Σύμφωνα με την ανάλυση των στοιχείων, η υπέρβαση του 2025 αποδίδεται σε συνδυασμό δύο βασικών παραγόντων: από τη μία, σε πρόσθετα έσοδα και από την άλλη, σε υποεκτέλεση δαπανών. Στο σκέλος των εσόδων, η συνολική αύξηση αγγίζει περίπου τα 1,2 δισεκατομμύρια ευρώ σε σχέση με τις προβλέψεις, εκ των οποίων ένα τμήμα προέρχεται από φορολογικά έσοδα, κοινωνικές εισφορές, έσοδα νομικών προσώπων και λοιπές κατηγορίες γενικής κυβέρνησης. Η μεγαλύτερη ώθηση καταγράφηκε σε φόρους στην παραγωγή και τις εισαγωγές, σε φόρους εισοδήματος και περιουσίας και σε κοινωνικές εισφορές, γεγονός που επιτρέπει στην κυβέρνηση να υποστηρίζει ότι η υπεραπόδοση δεν είναι απλώς παράγωγο της ακρίβειας, αλλά συνδέεται με καλύτερη λειτουργία της οικονομίας, με ανάπτυξη, μείωση της ανεργίας, ψηφιοποίηση, ενίσχυση της συμμόρφωσης και περιορισμό αδήλωτων ή υποδηλωμένων δραστηριοτήτων. Στο σκέλος των δαπανών, σημειώθηκε υποεκτέλεση που προσεγγίζει τα 1,7 δισεκατομμύρια ευρώ, ένα μέρος της οποίας αφορά ετεροχρονισμό πληρωμών και όχι μόνιμη εξοικονόμηση. Το στοιχείο αυτό έχει μεγάλη σημασία, διότι υποδεικνύει πως δεν είναι όλη η υποεκτέλεση διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος για νέες παρεμβάσεις. Αντιθέτως, μέρος της μεταφέρεται ουσιαστικά ως δαπάνη στο επόμενο έτος και συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί διατηρήσιμη βελτίωση.

Ακριβώς για αυτόν τον λόγο, από το σύνολο της υπεραπόδοσης μόνο ένα μέρος αντιμετωπίζεται ως «πραγματικός» δημοσιονομικός χώρος. Η εκτίμηση που έχει παρουσιαστεί είναι ότι, εντός των ορίων που επιτρέπουν οι ευρωπαϊκοί κανόνες δαπανών, ο αξιοποιήσιμος χώρος για το 2026 κυμαίνεται περίπου στα 800 εκατομμύρια έως 1 δισεκατομμύριο ευρώ, εκ των οποίων περίπου 300 εκατομμύρια είχαν ήδη δεσμευθεί ή προϋπολογιστεί για προηγούμενες παρεμβάσεις αντιμετώπισης των ανατιμήσεων και των εξωγενών πιέσεων, ενώ ένα πακέτο περίπου 500 εκατομμυρίων ευρώ κατευθύνεται πλέον σε νέες εξαγγελίες. Με άλλα λόγια, η υπέρβαση των περίπου 2,9 δισεκατομμυρίων δεν ταυτίζεται με ισόποση δυνατότητα παροχών. Αυτή η διαφορά ανάμεσα στο υπερπλεόνασμα και στον καθαρό δημοσιονομικό χώρο είναι κεντρική για να κατανοηθεί η λογική των παρεμβάσεων. Ο βαθμός ελευθερίας της οικονομικής πολιτικής παραμένει μεγαλύτερος σε σχέση με το παρελθόν, αλλά όχι ανεξάντλητος. Η Ελλάδα εξακολουθεί να λειτουργεί σε καθεστώς υψηλού χρέους, υπό ευρωπαϊκή επιτήρηση κανόνων και με ανάγκη διατήρησης ενός δημοσιονομικού «μαξιλαριού» απέναντι στην αβεβαιότητα. Επομένως, η σχετική μετριοπάθεια του πακέτου δεν είναι αμιγώς πολιτική επιλογή· είναι συνάρτηση πραγματικών περιορισμών.

Υπό αυτό το πρίσμα, τα νέα μέτρα αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον όχι μόνο για το περιεχόμενό τους, αλλά και για τη λογική της στόχευσής τους. Η επέκταση της επιδότησης στο πετρέλαιο κίνησης για τον Μάιο, η συνέχιση της ενίσχυσης για τα λιπάσματα, η ανοιχτή δυνατότητα νέας παρέμβασης τύπου fuel pass ή και ενίσχυσης στους λογαριασμούς ρεύματος, η αύξηση της ετήσιας ενίσχυσης προς τους συνταξιούχους και η διεύρυνση των δικαιούχων, η επιστροφή ενοικίου με υψηλότερα εισοδηματικά όρια, η εφάπαξ ενίσχυση για κάθε παιδί, καθώς και οι παρεμβάσεις για οφειλέτες και ληξιπρόθεσμες οφειλές, συνθέτουν ένα μείγμα που επιχειρεί να καλύψει πολλαπλές ζώνες κοινωνικής πίεσης. Δεν πρόκειται για ένα οριζόντιο ή γενικευμένο πακέτο. Αντιθέτως, επιχειρεί να διανείμει τον περιορισμένο διαθέσιμο χώρο σε κοινωνικές και παραγωγικές κατηγορίες που έχουν υποστεί πιο έντονα τη διάβρωση της καθημερινότητας: ηλικιωμένοι, νοικοκυριά που μισθώνουν κατοικία, οικογένειες με παιδιά, αγρότες, μικροοφειλέτες, μικρομεσαίες οικονομικές μονάδες και νοικοκυριά που πλήττονται από το κόστος καυσίμων και ενέργειας.

Η επιλογή αυτή έχει σαφώς θετική σημασία, ακριβώς επειδή υποδηλώνει ότι η οικονομική πολιτική δεν αντιμετωπίζει πλέον την κοινωνική προστασία αποκλειστικά ως ζήτημα ακραίας φτώχειας ή αποκλεισμού, αλλά αρχίζει να αναγνωρίζει και την πίεση που ασκείται σε ευρύτερα στρώματα. Πρόκειται για μια μετατόπιση ιδιαίτερης σημασίας. Σε μεγάλο μέρος της σύγχρονης ευρωπαϊκής κοινωνικής πραγματικότητας, η ανασφάλεια δεν αφορά μόνο τους «εκτός» της οικονομίας, αλλά και τμήματα εκείνων που εργάζονται, μισθώνουν κατοικία, έχουν οικογενειακές υποχρεώσεις, διατηρούν μικρές παραγωγικές δραστηριότητες ή διαθέτουν εισοδήματα που δεν επαρκούν πλέον για να στηρίξουν με σχετική άνεση το επίπεδο ζωής που κάποτε εξασφάλιζαν. Η διεύρυνση αυτή της κοινωνικής ευαλωτότητας σημαίνει ότι η κοινωνική πολιτική οφείλει να μετεξελίσσεται από ένα στενά υπολειμματικό μοντέλο, που απευθύνεται μόνο στους απολύτως αδύναμους, σε ένα πιο σύνθετο μοντέλο προστασίας της κοινωνικής συνοχής. Υπό αυτή την έννοια, οι παρούσες παρεμβάσεις δείχνουν μια πολιτική κατεύθυνση που επιχειρεί να συνδέσει τη δημοσιονομική επίδοση με την ανάγκη σταθεροποίησης ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων.

Χαρακτηριστική είναι η ενίσχυση προς τους συνταξιούχους, τους ανασφάλιστους υπερήλικες και τα άτομα με αναπηρία. Η αύξηση της ετήσιας ενίσχυσης από 250 σε 300 ευρώ και η σημαντική διεύρυνση των κριτηρίων, τόσο ως προς το εισόδημα όσο και ως προς την περιουσία, έχουν σαφή κοινωνική και αναδιανεμητική αξία. Η απόφαση αυτή αναγνωρίζει ότι τα παλαιά όρια προστασίας είχαν πάψει να επαρκούν σε συνθήκες υψηλού κόστους ζωής και διαρκών αυξήσεων στις βασικές δαπάνες. Για μεγάλο μέρος των ηλικιωμένων, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι απλώς το ύψος της σύνταξης ως απόλυτο μέγεθος, αλλά η αδυναμία προσαρμογής της σε ένα περιβάλλον όπου ακριβαίνουν τα τρόφιμα, τα φάρμακα, οι λογαριασμοί, η θέρμανση και οι καθημερινές υπηρεσίες. Η διεύρυνση των δικαιούχων προς ανώτερα εισοδηματικά όρια αναγνωρίζει, επιπλέον, ότι η οικονομική πίεση δεν περιορίζεται μόνο στις στενότερες ζώνες ακραίας ανάγκης, αλλά αγγίζει και ευρύτερες κατηγορίες συνταξιούχων που τυπικά δεν εντάσσονταν προηγουμένως σε σχήματα ενίσχυσης, αλλά πρακτικά δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να διατηρήσουν ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης.

Παρά τη θετική αυτή διάσταση, η ενίσχυση δεν παύει να αναδεικνύει έμμεσα και το γεγονός ότι η προστασία αυτών των ομάδων παραμένει σε μεγάλο βαθμό εισοδηματικού χαρακτήρα. Η πίεση που υφίστανται οι ηλικιωμένοι και οι πιο ευάλωτοι πολίτες δεν εξαντλείται στη μερική απώλεια αγοραστικής δύναμης. Αφορά επίσης την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, τη φροντίδα, την υποστηρικτική κοινωνική μέριμνα, την κατοικία και το συνολικό πλέγμα προστασίας που καθιστά δυνατή μια αξιοπρεπή καθημερινότητα χωρίς μόνιμο φόβο. Αυτό σημαίνει ότι η σημερινή παρέμβαση είναι ουσιαστική, αλλά δύσκολα μπορεί από μόνη της να υποκαταστήσει μια πληρέστερη πολιτική για την τρίτη ηλικία και τις κατηγορίες με μόνιμη ευαλωτότητα. Το συμπέρασμα δεν είναι ότι το μέτρο υπολείπεται της αξίας του· είναι ότι η αξία του γίνεται ακόμη πιο φανερή όταν τοποθετείται μέσα σε έναν μεγαλύτερο ορίζοντα κοινωνικής πολιτικής που μένει να ολοκληρωθεί.

Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για την παρέμβαση υπέρ των ενοικιαστών. Η επιστροφή ενός ενοικίου ετησίως, με σημαντική διεύρυνση των εισοδηματικών ορίων ώστε να ενταχθούν περίπου 70.000 επιπλέον νοικοκυριά, δεν είναι μια δευτερεύουσα κίνηση. Ανταποκρίνεται σε ένα από τα πιο οξέα προβλήματα της παρούσας περιόδου: στο ότι το κόστος κατοικίας έχει μετατραπεί σε μείζονα πηγή κοινωνικής πίεσης και αποσταθεροποίησης. Η στέγη δεν είναι απλώς ακόμη μία δαπάνη. Είναι το βασικό υπόβαθρο της κοινωνικής ασφάλειας. Όταν ένα μεγάλο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος δεσμεύεται για την πληρωμή του ενοικίου, συμπιέζονται ταυτόχρονα η κατανάλωση, η δυνατότητα αποταμίευσης, η πρόσβαση σε υπηρεσίες, η οικογενειακή σταθερότητα και η δυνατότητα σχεδιασμού για το μέλλον. Η επιστροφή ενοικίου είναι επομένως ένα μέτρο με άμεσο κοινωνικό αποτύπωμα, ιδίως για εκείνα τα στρώματα που δεν βρίσκονται στα κατώτερα όρια φτώχειας αλλά βιώνουν σταθερή πίεση λόγω στεγαστικού κόστους.

Ωστόσο, η ίδια η ένταση του στεγαστικού προβλήματος δείχνει ότι δεν πρόκειται για ζήτημα που μπορεί να αντιμετωπιστεί πλήρως μέσω ανακουφιστικών εισοδηματικών εργαλείων. Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα έχει δομικά χαρακτηριστικά. Συνδέεται με την περιορισμένη προσφορά προσιτής κατοικίας, με τη συγκέντρωση ακινήτων, με την ανοδική πίεση των ενοικίων σε αστικές περιοχές, με τις παρενέργειες της βραχυχρόνιας μίσθωσης και, κυρίως, με την απουσία ενός συγκροτημένου πλαισίου κοινωνικής κατοικίας. Επομένως, ενώ η σημερινή παρέμβαση είναι χρήσιμη και εύστοχη, αφήνει ταυτόχρονα να διαφανεί ότι το στεγαστικό θα απαιτήσει, αργά ή γρήγορα, μια πιο δομική στρατηγική. Η ουσία εδώ είναι ότι το μέτρο λειτουργεί όχι μόνο ως άμεση ανακούφιση, αλλά και ως έμμεση παραδοχή ότι η κατοικία έχει πλέον αναδειχθεί σε βασικό πεδίο κοινωνικής ανισότητας και δημόσιας παρέμβασης.

Ανάλογη είναι και η σημασία της ενίσχυσης για τις οικογένειες με παιδιά. Η εφάπαξ καταβολή 150 ευρώ ανά παιδί, με κλιμάκωση ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων, δείχνει ότι το κράτος αναγνωρίζει την ειδική επιβάρυνση που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά με εξαρτώμενα μέλη. Το αυξημένο κόστος τροφίμων, ένδυσης, εκπαίδευσης, μετακινήσεων και καθημερινής φροντίδας καθιστά τις οικογένειες έναν από τους βασικούς απορροφητές κοινωνικών κραδασμών. Σε μια χώρα που έχει ήδη εισέλθει σε φάση δημογραφικής κόπωσης, η στήριξη της οικογένειας έχει ταυτόχρονα κοινωνικό και στρατηγικό χαρακτήρα. Δεν αφορά μόνο την παρούσα κατανάλωση, αλλά και τη δυνατότητα της κοινωνίας να στηρίζει τη δική της αναπαραγωγή. Παρά ταύτα, η οικογενειακή πολιτική, αν περιοριστεί αποκλειστικά σε εφάπαξ ενισχύσεις, παραμένει αναπόφευκτα μερική. Η καθημερινότητα των οικογενειών εξαρτάται εξίσου από τη στέγη, από τις δομές φροντίδας, από τη λειτουργία του δημόσιου σχολείου, από τη συμβατότητα μεταξύ εργασίας και γονεϊκότητας και από το συνολικό κόστος της οικογενειακής ζωής. Συνεπώς, η παρούσα παρέμβαση έχει κοινωνική σημασία, αλλά ταυτόχρονα φωτίζει την ανάγκη για ευρύτερες οικογενειακές και δημογραφικές πολιτικές με μεγαλύτερο βάθος και διάρκεια.

Στο πεδίο της παραγωγής και της συγκράτησης του κόστους, η παράταση της επιδότησης στο πετρέλαιο κίνησης και η συνέχιση της επιδότησης για λιπάσματα στους αγρότες συνιστούν μέτρα που επιδιώκουν όχι μόνο να στηρίξουν άμεσα συγκεκριμένες κατηγορίες, αλλά και να αποτρέψουν έναν νέο κύκλο δευτερογενών πληθωριστικών πιέσεων. Το κόστος καυσίμων και παραγωγικών εισροών δεν επιβαρύνει μόνο όσους τα καταναλώνουν άμεσα· μεταφέρεται στην τιμή των προϊόντων, στις μεταφορές, στις αλυσίδες εφοδιασμού και τελικά στο γενικό επίπεδο τιμών. Από αυτή την άποψη, η παρέμβαση είναι μακροοικονομικά λογική και κοινωνικά αναγκαία. Ταυτόχρονα, όμως, η ανάγκη επανάληψης τέτοιου τύπου εργαλείων αναδεικνύει ότι η ελληνική οικονομία παραμένει ευαίσθητη σε εξωτερικές ενεργειακές και παραγωγικές διακυμάνσεις. Επομένως, τα μέτρα αυτά είναι ορθά στο επίπεδο της συγκυρίας, αλλά υποδηλώνουν έμμεσα και την ανάγκη για πιο βαθιά παραγωγική και ενεργειακή ανασύνταξη, αν η χώρα θέλει να μειώσει σταδιακά την εξάρτησή της από επεισοδιακού χαρακτήρα παρεμβάσεις.

Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι και η πλευρά των ρυθμίσεων για οφειλέτες και ληξιπρόθεσμα χρέη. Η δυνατότητα αποδέσμευσης τραπεζικών λογαριασμών υπό προϋποθέσεις, η διεύρυνση του εξωδικαστικού μηχανισμού με χαμηλότερο όριο ένταξης και η νέα ρύθμιση έως 72 δόσεων για χρέη προς εφορία και ασφαλιστικά ταμεία συνιστούν παρεμβάσεις ουσιαστικής σημασίας. Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να φέρει βαθύ αποτύπωμα ιδιωτικού χρέους, το οποίο δεν είναι απλώς οικονομικό κατάλοιπο, αλλά μηχανισμός αποκλεισμού. Για πολλούς μικροοφειλέτες, μικρομεσαίες επιχειρήσεις και επαγγελματίες, η αδυναμία ρύθμισης των χρεών σημαίνει ουσιαστική αδυναμία οικονομικής επανεκκίνησης. Οι νέες ρυθμίσεις λειτουργούν συνεπώς ως μηχανισμοί επανένταξης, επιτρέποντας σε ένα μέρος αυτής της βάσης να αποκτήσει ξανά στοιχειώδη πρόσβαση σε κανονικότητα. Παράλληλα, όμως, η επαναλαμβανόμενη ανάγκη τέτοιων ρυθμίσεων υποδεικνύει ότι το ιδιωτικό χρέος παραμένει ζήτημα δομικό και όχι λυμένο. Η βελτίωση είναι πραγματική, αλλά η οριστική διαχείριση του προβλήματος θα απαιτήσει πιο σταθερό και συνεκτικό θεσμικό πλαίσιο δεύτερης ευκαιρίας, πρόληψης και ταχύτερης εξυγίανσης.

 Η σημασία των παρεμβάσεων υπερβαίνει το ύψος τους. Η κυβέρνηση επιχειρεί να στείλει το μήνυμα ότι η υπεραπόδοση της οικονομίας δεν μένει κλεισμένη στους αριθμούς, αλλά επιστρέφει στους πολίτες, κυρίως σε όσους πιέζονται περισσότερο. Αυτή η στρατηγική έχει εμφανές πολιτικό περιεχόμενο, αλλά διαθέτει και έναν βαθύτερο πυρήνα πολιτικής οικονομίας: προσπαθεί να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στη μακροοικονομική επιτυχία και στη μικροκοινωνική αίσθηση στασιμότητας ή φθοράς. Το χάσμα αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο πρόβλημα της τρέχουσας συγκυρίας. Μια οικονομία μπορεί να εμφανίζει καλύτερους δείκτες, μειωμένους τόκους, υψηλότερα έσοδα και ισχυρότερο πλεόνασμα, αλλά αν οι πολίτες δεν αισθάνονται με κάποιον τρόπο ότι η πρόοδος αυτή μετατρέπεται σε ελάφρυνση της καθημερινότητάς τους, τότε η πολιτική και κοινωνική νομιμοποίηση της σταθερότητας υπονομεύεται. Η παρούσα δέσμη μέτρων, έστω μερικώς, επιδιώκει να αντιμετωπίσει ακριβώς αυτό το πρόβλημα.

Από την άλλη πλευρά, η ίδια αυτή προσπάθεια αναδεικνύει ίσως πιο καθαρά από ποτέ και τα όρια της τρέχουσας φάσης. Οι παρεμβάσεις είναι κοινωνικά χρήσιμες, αλλά παραμένουν σε σημαντικό βαθμό διορθωτικές και αποσπασματικές. Αντιμετωπίζουν ορισμένες άμεσες συνέπειες της πίεσης, αλλά δυσκολεύονται ακόμη να μετασχηματίσουν τους μηχανισμούς που την παράγουν. Το στεγαστικό πρόβλημα δεν επιλύεται οριστικά με επιστροφή ενοικίου. Η οικογενειακή ανασφάλεια δεν εξαντλείται σε μια εφάπαξ ενίσχυση ανά παιδί. Η προστασία της τρίτης ηλικίας δεν ολοκληρώνεται με μία ετήσια καταβολή. Η επανένταξη των οφειλετών δεν επιτυγχάνεται οριστικά μόνο με μια νέα ρύθμιση δόσεων. Η ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα δεν γίνεται πλήρως διατηρήσιμη μόνο με επιδότηση εισροών. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα μέτρα στερούνται αξίας. Σημαίνει ότι η αξία τους γίνεται ακόμη πιο κατανοητή όταν τα δει κανείς ως ενδιάμεσο βήμα και όχι ως πλήρη λύση.

Υπό μια πιο έμμεσα σοσιαλδημοκρατική και κοινωνικά συνεκτική οπτική, εδώ ακριβώς εντοπίζεται το πραγματικό διακύβευμα. Η δημοσιονομική σταθερότητα αποκτά πλήρες νόημα μόνο όταν μεταφράζεται σταδιακά σε κοινωνική σταθερότητα. Η ανάπτυξη αποκτά πολιτικό και θεσμικό βάθος μόνο όταν δεν περιορίζεται σε μακροδείκτες, αλλά συγκρατεί τη φθορά των λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων, μειώνει την ανασφάλεια και προστατεύει την αξιοπρεπή διαβίωση. Οι παρούσες παρεμβάσεις δείχνουν ότι αυτή η ανάγκη αναγνωρίζεται περισσότερο από ό,τι στο παρελθόν. Αυτό είναι σαφώς θετικό. Όμως, η ίδια η αναγνώριση αυτή καθιστά ακόμη πιο επιτακτικό το επόμενο βήμα: περισσότερες, πιο καίριες, πιο στοχευμένες και λιγότερο αποσπασματικές πολιτικές, οι οποίες θα συνδέουν το εισόδημα με τις δημόσιες υπηρεσίες, τη στέγη με τη ρύθμιση της αγοράς, τη στήριξη των οφειλετών με τη θεσμική πρόληψη και την παραγωγική ενίσχυση με τη διαρθρωτική αναβάθμιση της οικονομίας.

Εξίσου σημαντικό είναι ότι η επικαιροποίηση των μακροοικονομικών προβλέψεων δεν επιτρέπει εφησυχασμό. Η αναθεώρηση της ανάπτυξης προς το 2% για το 2026, έναντι αρχικής πρόβλεψης 2,4%, και η ταυτόχρονη προς τα πάνω αναθεώρηση του πληθωρισμού στο 3,2% από 2,4% καθιστούν σαφές ότι η επόμενη φάση δεν θα είναι απαλλαγμένη από πιέσεις. Η οικονομία εμφανίζει μεγαλύτερη δημοσιονομική ισχύ, αλλά το περιβάλλον παραμένει απαιτητικό. Αυτή η διττή εικόνα εξηγεί γιατί η κυβέρνηση φαίνεται να επιδιώκει μια στρατηγική «διπλού ταμπλό»: από τη μία, αξιοποιεί άμεσα μέρος του υπερπλεονάσματος για κοινωνικές ανάσες· από την άλλη, διατηρεί εφεδρείες για επόμενες παρεμβάσεις, είτε εντός του έτους είτε στη ΔΕΘ είτε στην επόμενη φάση του μεσοπρόθεσμου σχεδιασμού. Από πολιτική σκοπιά, αυτό μπορεί να ερμηνευθεί ως προσπάθεια να συνδυαστεί η άμεση κοινωνική ανταπόκριση με τη διατήρηση περιθωρίων πρωτοβουλίας. Από οικονομική σκοπιά, συνδέεται με την αντικειμενική ανάγκη να μη θεωρηθεί το σημερινό πλεονέκτημα ανεξάντλητο.

Το ίδιο ισχύει και για τις συζητήσεις γύρω από επόμενες φορολογικές και διαρθρωτικές κινήσεις, όπως η μείωση της προκαταβολής φόρου, η πιθανή μείωση του εταιρικού συντελεστή, οι αλλαγές στα τεκμήρια των ελεύθερων επαγγελματιών, η κατάργηση ή αναμόρφωση τελών και η περαιτέρω ενίσχυση ενοικιαστών ή μικρομεσαίων. Όλα αυτά δείχνουν ότι το σημερινό πακέτο ενδέχεται να αποτελεί μόνο το πρώτο μέρος μιας μεγαλύτερης ατζέντας. Το αν αυτή η ατζέντα θα αποκτήσει πραγματική αναπτυξιακή και κοινωνική συνοχή μένει να φανεί. Διότι η μείωση βαρών για επιχειρήσεις και επαγγελματίες μπορεί να είναι σημαντική για την παραγωγική βάση, αλλά το ερώτημα παραμένει κατά πόσον θα ενταχθεί σε μια ευρύτερη στρατηγική που θα συνδυάζει δίκαιη φορολογική μεταχείριση, διεύρυνση της βάσης, διοικητική απλοποίηση και πραγματική στήριξη της μικρής και μεσαίας οικονομικής δραστηριότητας, χωρίς να αποδυναμώνει το κοινωνικό σκέλος της πολιτικής.

Συνολικά, λοιπόν, μια αντικειμενική και ουσιαστική αποτίμηση των μέτρων δεν μπορεί να κινηθεί ούτε στο πεδίο της άκριτης επιβράβευσης ούτε στο πεδίο της πρόχειρης ακύρωσης. Το συμπέρασμα είναι αναγκαστικά πιο σύνθετο. Οι παρεμβάσεις αυτές κινούνται σε σαφώς θετική τροχιά. Δείχνουν ότι ένα μέρος της δημοσιονομικής υπεραπόδοσης επιστρέφει στην κοινωνία, ότι αναγνωρίζονται πεδία υπαρκτής πίεσης και ότι η οικονομική πολιτική επιχειρεί να αποκτήσει κοινωνικό πρόσημο χωρίς να εγκαταλείπει τη λογική της δημοσιονομικής σταθερότητας. Την ίδια στιγμή, όμως, καθίσταται εξίσου σαφές ότι η κοινωνική συνοχή, η προστασία των λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων και η αντιμετώπιση των σημερινών δομικών πιέσεων θα απαιτήσουν στο επόμενο στάδιο πιο ολοκληρωμένες, περισσότερο συνεκτικές και λιγότερο αποσπασματικές πολιτικές.