Για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα, οι μεγάλες εξωτερικές κρίσεις μπορούσαν να παράγουν, έστω προσωρινά, εσωτερική συσπείρωση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η ιδέα ότι η εξωτερική απειλή ενώνει το εσωτερικό πολιτικό σώμα υπήρξε ισχυρή στη μεταπολεμική αμερικανική πολιτική κουλτούρα. Σήμερα, όμως, αυτή η υπόθεση είναι πολύ λιγότερο αυτονόητη. Οι επιχειρήσεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ αναπτύσσονται σε μια Αμερική βαθιά πολωμένη, θεσμικά καχύποπτη και κοινωνικά κατακερματισμένη. Σε αυτό το πλαίσιο, η εξωτερική κρίση δεν λειτουργεί αναγκαστικά ως μηχανισμός ενότητας. Μπορεί να λειτουργήσει ως επιταχυντής εσωτερικής διαίρεσης.

Η πόλωση επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύεται κάθε απόφαση εξωτερικής πολιτικής. Μια στρατιωτική επιχείρηση δεν κρίνεται μόνο ως ζήτημα εθνικού συμφέροντος, αλλά και ως πράξη συγκεκριμένου προέδρου, συγκεκριμένου κόμματος, συγκεκριμένης πολιτικής ταυτότητας. Η ίδια ενέργεια μπορεί να εμφανιστεί από τους υποστηρικτές της ως αναγκαία αποτροπή και από τους αντιπάλους της ως επικίνδυνος τυχοδιωκτισμός. Η πραγματικότητα του πεδίου φιλτράρεται μέσα από ήδη διαμορφωμένες κομματικές προκαταλήψεις.

Η κρίση του Project Freedom είναι χαρακτηριστική. Η αποτυχία συντονισμού με συμμάχους, οι αμφιβολίες για τη βιωσιμότητα της επιχείρησης και η προσωρινή παύση της δημιούργησαν έδαφος για ανταγωνιστικές εσωτερικές αφηγήσεις. Η Guardian ανέφερε ότι η επιχείρηση εγκαταλείφθηκε λίγες ημέρες μετά την έναρξή της, ενώ απέδωσε μέρος της αποτυχίας σε έλλειψη συντονισμού με βασικούς συμμάχους και με τη ναυτιλιακή βιομηχανία. Για τους επικριτές, αυτό μπορεί να παρουσιαστεί ως στρατηγική προχειρότητα. Για τους υποστηρικτές, ως ευέλικτη προσαρμογή σε εξελισσόμενη διπλωματία. Η ίδια εξέλιξη παράγει δύο εσωτερικές πραγματικότητες.

Η αποσύνθεση της συναίνεσης εξωτερικής πολιτικής έχει βαθύτερες συνέπειες. Όταν η κοινή γνώμη δεν εμπιστεύεται τους θεσμούς, όταν τα κόμματα δεν μοιράζονται κοινή ερμηνεία του εθνικού συμφέροντος και όταν τα μέσα ενημέρωσης λειτουργούν σε διακριτά οικοσυστήματα πληροφόρησης, η εξωτερική πολιτική δυσκολεύεται να αποκτήσει σταθερή εσωτερική βάση. Η κυβέρνηση μπορεί να διαθέτει επιχειρησιακά μέσα, αλλά να στερείται κοινωνικής υπομονής. Μπορεί να έχει στρατιωτική ικανότητα, αλλά όχι πολιτικό χρόνο.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τις παρατεταμένες κρίσεις. Οι σύντομες επιχειρήσεις μπορούν να περάσουν με περιορισμένη εσωτερική αντίδραση. Οι παρατεταμένες επιχειρήσεις, όμως, χρειάζονται αφήγημα, νομιμοποίηση και αποδείξεις αποτελεσματικότητας. Αν οι στόχοι είναι ασαφείς, αν το κόστος αυξάνεται, αν οι σύμμαχοι διστάζουν ή αν οι αγορές συνεχίζουν να πιέζονται, η εσωτερική αμφισβήτηση εντείνεται. Η κοινωνία αρχίζει να ρωτά όχι μόνο «τι κάνουμε εκεί;», αλλά «ποιος αποφάσισε, με ποια εντολή, για πόσο και με ποιο αποτέλεσμα;».

Η εσωτερική πόλωση περιορίζει επίσης την αξιοπιστία της αμερικανικής δέσμευσης στο εξωτερικό. Οι αντίπαλοι γνωρίζουν ότι η αμερικανική κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει μόνο εξωτερικό αντίπαλο, αλλά και εσωτερικό πολιτικό χρόνο. Μπορούν να επενδύσουν στη φθορά, στην παράταση, στην αύξηση κόστους, γνωρίζοντας ότι η εσωτερική πίεση στις ΗΠΑ θα αυξηθεί. Η στρατηγική αντοχή δεν είναι μόνο στρατιωτικό ζήτημα. Είναι κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα.

Η κρίση στον Περσικό Κόλπο αναδεικνύει, συνεπώς, ένα ευρύτερο πρόβλημα της αμερικανικής ισχύος: η εξωτερική υπεροχή δεν μεταφράζεται αυτόματα σε εσωτερική συναίνεση. Η Αμερική μπορεί να διαθέτει τεράστια μέσα προβολής ισχύος, αλλά η χρήση τους γίνεται ολοένα πιο δύσκολη όταν δεν υπάρχει κοινή εθνική αφήγηση. Χωρίς συναίνεση, κάθε επιχείρηση γίνεται κομματικό γεγονός. Και όταν η εξωτερική πολιτική γίνεται κομματικό γεγονός, η στρατηγική συνέχεια γίνεται πιο εύθραυστη.

Ο αντίκτυπος των επιχειρήσεων στο εσωτερικό των ΗΠΑ αγγίζει την ίδια την ικανότητα του αμερικανικού πολιτικού συστήματος να παράγει μακροπρόθεσμη στρατηγική. Σε εποχή πόλωσης, η μεγάλη πρόκληση δεν είναι μόνο να πειστεί ο αντίπαλος στο εξωτερικό. Είναι να πειστεί η ίδια η αμερικανική κοινωνία ότι η ισχύς χρησιμοποιείται με σαφή σκοπό και ελεγχόμενο κόστος.