Η εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών σε επιχειρήσεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ  πέραν των γεωπολιτικών συνεπειών  λειτουργεί και ως εσωτερική δοκιμασία του αμερικανικού πολιτεύματος, διότι επαναφέρει το κλασικό ερώτημα της αμερικανικής συνταγματικής τάξης: μέχρι πού μπορεί να φτάσει ο πρόεδρος στη χρήση στρατιωτικής ισχύος χωρίς σαφή, εκτενή και διαρκή νομοθετική νομιμοποίηση; Η κρίση στον Περσικό Κόλπο μετατρέπει την εξωτερική πολιτική σε εσωτερικό θεσμικό ζήτημα, επειδή κάθε επιχειρησιακή απόφαση —συνοδεία πλοίων, ναυτικός αποκλεισμός, επιλεκτικά πλήγματα, επέκταση κανόνων εμπλοκής ή παύση μιας επιχείρησης— παράγει συνέπειες για την ισορροπία ανάμεσα στον Λευκό Οίκο και το Κογκρέσο.

Η αμερικανική προεδρία έχει ιστορικά επεκτείνει τις αρμοδιότητές της σε περιόδους κρίσης. Η ταχύτητα των διεθνών γεγονότων, η ανάγκη ενιαίας διοίκησης και η πρόσβαση του προέδρου στους μηχανισμούς ασφαλείας καθιστούν την εκτελεστική εξουσία το φυσικό κέντρο λήψης αποφάσεων. Όμως η ίδια αυτή λογική δημιουργεί εσωτερική ένταση. Όσο περισσότερο οι επιχειρήσεις παρατείνονται, τόσο δυσκολότερο γίνεται να παρουσιαστούν ως στιγμιαίες αμυντικές πράξεις. Η μετάβαση από την άμεση προστασία πλοίων σε ένα ευρύτερο καθεστώς αποκλεισμού, ναυτικής πίεσης ή καταναγκαστικής διπλωματίας μεταβάλλει το θεσμικό βάρος της απόφασης. Δεν πρόκειται πλέον μόνο για τακτική διαχείριση κινδύνου, αλλά για πολιτική στρατηγική με πιθανότητα πολεμικής κλιμάκωσης.

Η προσωρινή παύση του Project Freedom από τον Τραμπ δείχνει ότι η προεδρική εξουσία λειτουργεί ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα: ως στρατιωτικός καταναγκασμός και ως διαπραγματευτική ευελιξία. Η ίδια πράξη μπορεί να παρουσιαστεί από τον Λευκό Οίκο ως υπεύθυνη αποκλιμάκωση, αλλά από πολιτικούς αντιπάλους ως ένδειξη ασυνέπειας, κακής προετοιμασίας ή θεσμικά ελλιπούς σχεδιασμού.

Η εσωτερική πολιτική σημασία είναι μεγάλη. Σε τέτοιες κρίσεις, το Κογκρέσο δεν αμφισβητεί πάντοτε την ανάγκη προστασίας αμερικανικών συμφερόντων. Αμφισβητεί συχνά τη διαδικασία, την έκταση, τη διάρκεια και το επίπεδο διαφάνειας. Οι βουλευτές και οι γερουσιαστές καλούνται να σταθμίσουν τρία πράγματα: την ανάγκη αποτροπής, τον κίνδυνο ανεξέλεγκτης εμπλοκής και την πολιτική ευθύνη απέναντι στους ψηφοφόρους τους. Αν οι επιχειρήσεις εμφανιστούν περιορισμένες και επιτυχείς, η προεδρία ενισχύεται. Αν όμως παραταθούν, αυξήσουν τις τιμές ενέργειας, προκαλέσουν απώλειες ή φανεί ότι σχεδιάστηκαν χωρίς συμμαχική και θεσμική προετοιμασία, τότε η εκτελεστική εξουσία εισέρχεται σε εσωτερικό κύκλο λογοδοσίας.

Η κρίση, επομένως, δεν δοκιμάζει μόνο την αμερικανική στρατιωτική ισχύ. Δοκιμάζει την ποιότητα της αμερικανικής δημοκρατικής διαδικασίας υπό πίεση. Σε περιβάλλον πόλωσης, η χρήση ισχύος στο εξωτερικό δεν παράγει απαραίτητα εθνική ενότητα. Μπορεί να ενισχύσει την καχυποψία, να βαθύνει την κομματική σύγκρουση και να μετατρέψει την εθνική ασφάλεια σε πεδίο εσωτερικής αντιπαράθεσης. Αυτό είναι κρίσιμο: οι εξωτερικές επιχειρήσεις δεν κρίνονται πλέον μόνο από το αποτέλεσμα στο πεδίο, αλλά και από το αν η αμερικανική κοινωνία πείθεται ότι υπάρχει σαφής σκοπός, νόμιμη διαδικασία, ελεγχόμενο κόστος και αξιόπιστη έξοδος.

Η μεγάλη θεσμική πρόκληση για τις ΗΠΑ είναι να αποφύγουν την κανονικοποίηση μιας μόνιμης προεδρικής ευχέρειας στρατιωτικής δράσης χωρίς ουσιαστικό δημόσιο έλεγχο. Η αμερικανική ισχύς, για να είναι βιώσιμη, πρέπει να διαθέτει όχι μόνο επιχειρησιακή επάρκεια αλλά και εσωτερική πολιτική νομιμοποίηση.