Η επίσκεψη του Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο αποτυπώνει την δυσκολία του διεθνούς συστήματος να απορροφήσει την άνοδο μιας μεγάλης δύναμης χωρίς να αποσταθεροποιηθεί η θέση της ήδη εγκατεστημένης ισχύος. Η συνάντηση διεξάγεται σε περιβάλλον όπου η εμπορική εκεχειρία παραμένει εύθραυστη, οι δασμοί δεν έχουν εξαφανιστεί ως εργαλείο πίεσης, οι περιορισμοί στην τεχνολογία υψηλής αιχμής εξακολουθούν να λειτουργούν ως πυρήνας της αμερικανικής πολιτικής, ενώ η Κίνα χρησιμοποιεί τη θέση της σε κρίσιμες πρώτες ύλες και βιομηχανικές αλυσίδες ως αντίβαρο στην αμερικανική χρηματοπιστωτική και τεχνολογική ισχύ. Η ατζέντα της συνόδου περιλαμβάνει εμπόριο, τεχνητή νοημοσύνη, σπάνιες γαίες, Ταϊβάν, πυρηνικά ζητήματα και την ασφάλεια κρίσιμων θαλάσσιων διαδρόμων, κάτι που αποδεικνύει ότι η αμερικανοκινεζική σχέση έχει πάψει να είναι απλή διμερής οικονομική διαφορά και έχει καταστεί κεντρικός μηχανισμός παραγωγής διεθνούς τάξης ή διεθνούς αταξίας.

Το ουσιώδες στη συγκεκριμένη συνάντηση δεν είναι η δυνατότητα μιας θεαματικής συμφωνίας. Η πιθανότητα στρατηγικού συμβιβασμού ευρείας κλίμακας παραμένει περιορισμένη, επειδή οι δύο πλευρές δεν διαφωνούν μόνο για τιμές, δασμούς ή ποσοτικά εμπορικά ισοζύγια. Διαφωνούν για τη θέση τους μέσα στην παγκόσμια ιεραρχία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να διατηρήσουν την ικανότητα καθορισμού των κρίσιμων κανόνων της διεθνούς οικονομίας, ιδίως στους τομείς όπου η τεχνολογία συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια. Η Κίνα επιδιώκει να αποτρέψει την παγίωσή της σε θέση παραγωγικής εξάρτησης, όπου θα διαθέτει βιομηχανικό μέγεθος αλλά θα εξαρτάται από ξένα πρότυπα, ξένες άδειες, ξένες πλατφόρμες, ξένες εισροές υψηλής τεχνολογίας και ξένους μηχανισμούς χρηματοπιστωτικής πειθαρχίας. Η σύνοδος, επομένως, δεν είναι διαπραγμάτευση για την αποκατάσταση μιας προηγούμενης κανονικότητας. Είναι διαπραγμάτευση για τη διαχείριση μιας νέας κανονικότητας, στην οποία η αντιπαράθεση δεν μπορεί να αρθεί, αλλά πρέπει να καταστεί διαχειρίσιμη.

Η παλαιότερη αρχιτεκτονική της παγκοσμιοποίησης στηρίχθηκε στην πεποίθηση ότι η οικονομική ολοκλήρωση παράγει πολιτική μετριοπάθεια. Η κινεζική περίπτωση διέψευσε τον αυτοματισμό αυτής της παραδοχής. Η Κίνα ενσωματώθηκε βαθιά στην παγκόσμια οικονομία, αλλά δεν εγκατέλειψε τη λογική του κρατικού σχεδιασμού, της βιομηχανικής καθοδήγησης και της στρατηγικής αυτονομίας. Αντιθέτως, χρησιμοποίησε την παγκοσμιοποίηση ως επιταχυντή εσωτερικής ισχύος. Η πρόσβαση στις δυτικές αγορές, η μεταφορά τεχνογνωσίας, η συγκέντρωση παραγωγικών δραστηριοτήτων, η προσέλκυση επενδύσεων και η αξιοποίηση της παγκόσμιας ζήτησης τής επέτρεψαν να οικοδομήσει παραγωγική βάση τέτοιας κλίμακας ώστε η αποσύνδεσή της από τη διεθνή οικονομία να μην μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς σοβαρό κόστος για όλους. Η στρατηγική επιτυχία του Πεκίνου δεν συνίσταται απλώς στο ότι αναπτύχθηκε. Συνίσταται στο ότι κατέστη απαραίτητο για τη λειτουργία πολλών κρίσιμων τομέων της παγκόσμιας οικονομίας.

Αυτό ακριβώς μεταβάλλει τους όρους της αμερικανικής ισχύος. Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να διαθέτει τα σημαντικότερα εργαλεία διεθνούς επιρροής: το δολάριο, τις κεφαλαιαγορές, τις κυρώσεις, τα προηγμένα μικροτσίπ, τα κορυφαία ερευνητικά οικοσυστήματα, τις στρατιωτικές συμμαχίες και την ικανότητα να ορίζει τεχνολογικά πρότυπα. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα αυτών των εργαλείων περιορίζεται όταν ο ανταγωνιστής έχει αποκτήσει τη δυνατότητα να αυξάνει το κόστος της πίεσης. Η κινεζική θέση στις σπάνιες γαίες και στους μόνιμους μαγνήτες αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Δεν πρόκειται για απλή εμπορική κατηγορία. Πρόκειται για υλικά απαραίτητα σε αεροδιαστημικές εφαρμογές, ηλεκτροκίνηση, αμυντικά συστήματα, ρομποτική, ανεμογεννήτριες, ηλεκτρονικά συστήματα και προηγμένη μεταποίηση. Η συζήτηση στη σύνοδο για πιθανή παράταση ή σταθεροποίηση της εκεχειρίας γύρω από τις σπάνιες γαίες πραγματοποιείται ακριβώς επειδή οι κινεζικοί περιορισμοί εξακολουθούν να επηρεάζουν βιομηχανικές και αμυντικές αλυσίδες, ακόμη και όταν υπάρχει μερική αποκλιμάκωση.

Η έννοια της ηγεμονίας στον 21ο αιώνα δεν μπορεί πλέον να περιγράφεται μόνο με όρους στρατιωτικής υπεροχής ή νομισματικής κυριαρχίας. Η ηγεμονία αποκτά υλικό, τεχνολογικό και αλυσιακό χαρακτήρα. Η δύναμη που ελέγχει το νόμισμα, αλλά δεν ελέγχει επαρκώς τις κρίσιμες βιομηχανικές εισροές, διαθέτει μεγάλη αλλά όχι πλήρη ισχύ. Η δύναμη που ελέγχει παραγωγικούς κόμβους, αλλά εξαρτάται από ξένες τεχνολογίες αιχμής, διαθέτει σημαντική αλλά ευάλωτη ισχύ. Η σημερινή αμερικανοκινεζική σχέση κινείται ακριβώς μέσα σε αυτό το ενδιάμεσο πεδίο. Καμία πλευρά δεν έχει ολοκληρωμένη αυτάρκεια. Καμία δεν μπορεί να επιβάλει τη βούλησή της χωρίς να υπολογίσει αντίμετρα. Η σύνοδος του Πεκίνου είναι επομένως πεδίο μέτρησης όχι μόνο ισχύος, αλλά και αντοχής: ποια πλευρά μπορεί να απορροφήσει κόστος, ποια μπορεί να περιμένει περισσότερο, ποια μπορεί να οργανώσει ταχύτερα εναλλακτικές και ποια μπορεί να διαχειριστεί εσωτερικά τις συνέπειες της εξωτερικής πίεσης.

Η πολιτική του Τραμπ χαρακτηρίζεται από προτίμηση στη διμερή συναλλαγή, στην απτή απόδοση και στη χρήση πίεσης ως διαπραγματευτικού μηχανισμού. Αυτή η μέθοδος μπορεί να παράγει βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα, ιδίως όταν η άλλη πλευρά επιδιώκει αποκλιμάκωση για οικονομικούς ή πολιτικούς λόγους. Στην περίπτωση της Κίνας, όμως, η υπερβολική εμπιστοσύνη στη συναλλακτική λογική εγκυμονεί κίνδυνο στρατηγικής υποβάθμισης του προβλήματος. Η Κίνα μπορεί να αγοράσει περισσότερα αμερικανικά προϊόντα, να αποδεχθεί μια τεχνική διευθέτηση σε επιμέρους ζητήματα ή να προσφέρει συμβολικά ανοίγματα στην αγορά της. Όμως το θεμελιώδες ερώτημα δεν αφορά την ποσότητα των εισαγωγών της. Αφορά το αν η Ουάσιγκτον μπορεί να εμποδίσει την ανάδυση μιας κινεζικής τεχνολογικής και βιομηχανικής σφαίρας που θα λειτουργεί με ολοένα μικρότερη εξάρτηση από αμερικανικούς κανόνες. 

Η τεχνητή νοημοσύνη είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό πεδίο αυτής της μετάβασης. Η αντιπαράθεση γύρω από την πρόσβαση της Κίνας σε προηγμένα μικροτσίπ, την παρουσία εταιρειών όπως η Nvidia στην κινεζική αγορά, την ανάγκη διαύλων επικοινωνίας για την ασφάλεια των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης και τον φόβο στρατιωτικών ή κυβερνοεφαρμογών δείχνει ότι η τεχνολογία έχει γίνει οργανικό στοιχείο υψηλής στρατηγικής. Οι προσδοκίες για ουσιαστική πρόοδο στη σύνοδο είναι περιορισμένες, ακριβώς επειδή η τεχνητή νοημοσύνη δεν αντιμετωπίζεται από τις δύο πλευρές ως ουδέτερη καινοτομία, αλλά ως κρίσιμη υποδομή ισχύος. Η Ουάσιγκτον θέλει μηχανισμούς ασφαλείας και ταυτόχρονα περιορισμό της κινεζικής πρόσβασης σε ορισμένες τεχνολογικές δυνατότητες. Το Πεκίνο θέλει αναγνώριση του δικαιώματός του στην τεχνολογική ανάπτυξη και άρση πολιτικών που αντιλαμβάνεται ως ανάσχεση. Η ίδια τεχνολογία ερμηνεύεται με δύο διαφορετικά λεξιλόγια: για τη μία πλευρά ως πρόβλημα εθνικής ασφάλειας, για την άλλη ως πρόβλημα αναπτυξιακής κυριαρχίας.

Η παρουσία κορυφαίων επιχειρηματικών παραγόντων στην αμερικανική αποστολή έχει ιδιαίτερη σημασία. Δεν πρόκειται μόνο για προσπάθεια σύναψης εμπορικών συμφωνιών. Πρόκειται για ένδειξη ότι η ιδιωτική εταιρική ισχύς έχει πλέον ενσωματωθεί στο πεδίο της κρατικής στρατηγικής. Οι εταιρείες ημιαγωγών, οι πλατφόρμες τεχνητής νοημοσύνης, οι αεροναυπηγικές επιχειρήσεις, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, οι κατασκευαστές ηλεκτρικών οχημάτων και οι τεχνολογικοί κολοσσοί λειτουργούν ως ενδιάμεσοι φορείς ανάμεσα στην αγορά και στο κράτος. Η πρόσβασή τους στην Κίνα έχει οικονομική αξία· η τεχνολογία τους έχει στρατηγική αξία· οι αποφάσεις τους επηρεάζουν την εξωτερική πολιτική. Η παλιά διάκριση ανάμεσα σε «οικονομία» και «γεωπολιτική» δεν έχει εξαφανιστεί τυπικά, αλλά έχει χάσει μεγάλο μέρος της αναλυτικής της χρησιμότητας. Στην παρούσα φάση, η τεχνολογική επιχείρηση είναι ταυτόχρονα οικονομικός δρων, ρυθμιστικό αντικείμενο και φορέας εθνικής ισχύος.

Η Κίνα, από τη δική της πλευρά, προσέρχεται στη σύνοδο έχοντας επίγνωση ότι η αμερικανική πίεση δεν μπορεί να αγνοηθεί, αλλά και ότι η ίδια διαθέτει διαπραγματευτικό βάθος. Το Πεκίνο έχει λόγους να επιδιώκει αποκλιμάκωση: η οικονομία του αντιμετωπίζει πιέσεις, η εξαγωγική του στρατηγική εξαρτάται από διεθνείς αγορές, η τεχνολογική του αυτάρκεια δεν έχει ολοκληρωθεί και η υπερβολική σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να επιταχύνει τη συσπείρωση χωρών που φοβούνται την κινεζική ισχύ. Ταυτόχρονα, όμως, η Κίνα έχει πλέον την αυτοπεποίθηση μιας δύναμης που γνωρίζει ότι η παγκόσμια οικονομία δεν μπορεί να την παρακάμψει άμεσα. Η βιομηχανική της κλίμακα, η θέση της σε κρίσιμες πρώτες ύλες, η εσωτερική αγορά της και η συστηματική επένδυση σε τεχνολογικούς τομείς της προσφέρουν διαπραγματευτική αντοχή. Η αντοχή αυτή δεν συνεπάγεται υπεροχή σε όλα τα πεδία. Συνεπάγεται όμως δυνατότητα άρνησης, καθυστέρησης και ανταπόδοσης.

Η Ταϊβάν αποτελεί το σημείο όπου η γεωοικονομική αντιπαράθεση συναντά την κλασική στρατηγική αποτροπή. Η συζήτηση για τις αμερικανικές πωλήσεις όπλων προς την Ταϊβάν και η ανησυχία συμμάχων στην Ασία για το ενδεχόμενο διαπραγματευτικής ευελιξίας της Ουάσιγκτον δείχνουν ότι η σύνοδος δεν αφορά μόνο οικονομικές ροές, αλλά και την αξιοπιστία των αμερικανικών δεσμεύσεων στον Ινδο-Ειρηνικό. Η Κίνα έχει κάθε λόγο να δοκιμάσει τα όρια της αμερικανικής στάσης, ιδίως όταν ο συνομιλητής της αντιλαμβάνεται συχνά τις διεθνείς δεσμεύσεις με όρους κόστους και ανταλλάγματος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, από την άλλη πλευρά, πρέπει να αποφύγουν την εντύπωση ότι κρίσιμα ζητήματα αποτροπής μπορούν να υπαχθούν σε ευρύτερη εμπορική συναλλαγή. Οι ανησυχίες για την πιθανότητα συζήτησης των πωλήσεων όπλων προς την Ταϊβάν με το Πεκίνο αποτυπώνουν αυτόν ακριβώς τον κίνδυνο: όταν η στρατηγική αξιοπιστία γίνεται αντικείμενο διαπραγματευτικής ασάφειας, οι σύμμαχοι και οι εταίροι αρχίζουν να προεξοφλούν το ενδεχόμενο αμερικανικής μεταβλητότητας.

Το ζήτημα της Ταϊβάν έχει και τεχνολογική διάσταση που υπερβαίνει την κλασική γεωπολιτική. Η θέση της στο παγκόσμιο οικοσύστημα προηγμένων ημιαγωγών καθιστά την ασφάλειά της στοιχείο της διεθνούς βιομηχανικής σταθερότητας. Μια κρίση στην Ταϊβάν θα είχε επιπτώσεις όχι μόνο στην περιφερειακή ισορροπία ισχύος, αλλά και στις παγκόσμιες αλυσίδες τεχνολογικής παραγωγής. Γι’ αυτό η διαχείριση του ζητήματος απαιτεί εξαιρετικά λεπτή ισορροπία: αποτροπή χωρίς απερίσκεπτη κλιμάκωση, σαφήνεια χωρίς προκλητική ρητορική, στρατιωτική ετοιμότητα χωρίς διπλωματική κατάρρευση. Η σύνοδος του Πεκίνου δεν μπορεί να λύσει το ζήτημα. Μπορεί όμως να επηρεάσει τις προσδοκίες όλων των εμπλεκομένων για το αν η Ουάσιγκτον παραμένει προβλέψιμη.

Η περιφερειακή κρίση που επηρεάζει την ασφάλεια των θαλάσσιων διαδρόμων και των ενεργειακών ροών προσθέτει στη σύνοδο μια ακόμη διάσταση. Η Κίνα, ως μεγάλος εισαγωγέας ενέργειας, έχει άμεσο συμφέρον στη σταθερότητα κρίσιμων περασμάτων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ακόμη και σε περίοδο μεγαλύτερης ενεργειακής ευχέρειας, εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την ελευθερία της ναυσιπλοΐας ως θεμελιώδη παράμετρο της διεθνούς τάξης. Η ατζέντα της συνόδου περιλαμβάνει τη διαχείριση αυτών των κρίσεων, χωρίς όμως να μετατρέπει την Κίνα σε απλό βοηθητικό παράγοντα της αμερικανικής πολιτικής. Το Πεκίνο επιθυμεί να εμφανίζεται ως υπεύθυνη δύναμη που συμβάλλει στη σταθερότητα, αλλά δεν επιθυμεί να λειτουργεί υπό αμερικανική καθοδήγηση. Η Ουάσιγκτον επιθυμεί κινεζική συνεισφορά στην αποκλιμάκωση, αλλά δεν θέλει να αναγνωρίσει στο Πεκίνο ισότιμο ρόλο συνδιαχειριστή της διεθνούς ασφάλειας. Αυτή η αντίφαση είναι χαρακτηριστική του μεταβατικού διεθνούς συστήματος: η εγκατεστημένη δύναμη χρειάζεται την ανερχόμενη, αλλά δυσκολεύεται να αποδεχθεί θεσμικά το βάρος της.

Η σύνοδος πρέπει επίσης να ερμηνευθεί μέσα από τη λογική της εσωτερικής πολιτικής. Κανένας ηγέτης δεν διαπραγματεύεται σε κενό. Ο Τραμπ χρειάζεται αποτελέσματα που μπορούν να μεταφραστούν σε πολιτικό αφήγημα: αγορές προϊόντων, επενδύσεις, αποκλιμάκωση τιμών, εικόνα αποφασιστικότητας και αποφυγή οικονομικού σοκ. Ο Σι χρειάζεται εικόνα ισχύος, σεβασμού και αντοχής απέναντι στην αμερικανική πίεση. Η κινεζική ηγεσία δεν μπορεί να εμφανιστεί ότι υποχωρεί σε στρατηγικούς τομείς υπό την απειλή δασμών. Η αμερικανική ηγεσία δεν μπορεί να εμφανιστεί ότι αποδέχεται την κινεζική τεχνολογική άνοδο χωρίς όρους. Επομένως, κάθε πιθανή συμφωνία πρέπει να ικανοποιεί δύο ακροατήρια: το διεθνές τραπέζι της διαπραγμάτευσης και το εσωτερικό πεδίο νομιμοποίησης. Αυτό καθιστά πιθανότερη μια σειρά από περιορισμένες, προσεκτικά διατυπωμένες διευθετήσεις παρά μια καθαρή, συνολική και βαθιά συμφωνία.

Η Ευρώπη βρίσκεται στο περιθώριο της συνόδου, αλλά όχι εκτός των συνεπειών της. Η ευρωπαϊκή στρατηγική δυσκολία έγκειται στο ότι η αμερικανοκινεζική αντιπαράθεση περιορίζει τον χώρο αυτόνομης κίνησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ευρώπη χρειάζεται τις Ηνωμένες Πολιτείες σε ζητήματα ασφάλειας και τεχνολογικής συνεργασίας, αλλά έχει επίσης σημαντικά οικονομικά συμφέροντα στην Κίνα. Αντιμετωπίζει κινεζικό ανταγωνισμό σε ηλεκτρικά οχήματα, μπαταρίες, φωτοβολταϊκά και βιομηχανικά προϊόντα, αλλά ταυτόχρονα δεν επιθυμεί να υποστεί τις παρενέργειες αμερικανικών μονομερών αποφάσεων. Η σύνοδος Τραμπ–Σι υπενθυμίζει στην Ευρώπη ότι η εποχή της στρατηγικής αφέλειας έχει τελειώσει. Οι υποδομές, τα λιμάνια, η ενέργεια, οι πρώτες ύλες, οι ψηφιακές πλατφόρμες και οι βιομηχανικές επενδύσεις δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζονται μόνο ως οικονομικές κατηγορίες. Αποτελούν στοιχεία ισχύος.

Για την Ελλάδα, η αμερικανοκινεζική αντιπαράθεση έχει ειδικό ενδιαφέρον λόγω της ναυτιλίας, των λιμενικών υποδομών, της Ανατολικής Μεσογείου, των ενεργειακών διαδρομών και της συμμετοχής της χώρας σε ευρωπαϊκά και διατλαντικά πλαίσια. Η ασφάλεια των θαλάσσιων οδών, οι αλλαγές στις αλυσίδες εφοδιασμού, η διαφοροποίηση εμπορικών ροών και η πιθανή αναδιάταξη επενδυτικών προτεραιοτήτων επηρεάζουν άμεσα το ελληνικό οικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον. Μια χώρα με ισχυρό ναυτιλιακό αποτύπωμα και ευαίσθητη γεωγραφική θέση δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τη σχέση ΗΠΑ–Κίνας ως εξωτερική υπόθεση. Η σύγκρουση των δύο μεγάλων δυνάμεων διαμορφώνει τους όρους μέσα στους οποίους μικρότερα κράτη επιδιώκουν σταθερότητα, επενδύσεις και στρατηγική αξιοπιστία.

Η βαθύτερη σημασία της συνόδου βρίσκεται στο ότι επιβεβαιώνει την εμφάνιση ενός διεθνούς συστήματος ανταγωνιστικών αλληλεξαρτήσεων. Δεν πρόκειται για επιστροφή στον Ψυχρό Πόλεμο με καθαρά διαχωρισμένα οικονομικά μπλοκ. Η αμερικανική και η κινεζική οικονομία παραμένουν συνδεδεμένες, ακόμη και όταν οι κυβερνήσεις τους προσπαθούν να περιορίσουν κινδύνους. Δεν πρόκειται επίσης για αδιατάρακτη παγκοσμιοποίηση, διότι η ασφάλεια έχει εισέλθει στον πυρήνα των οικονομικών αποφάσεων. Το αποτέλεσμα είναι ένα υβριδικό σύστημα: συνεργασία σε ορισμένα πεδία, ανταγωνισμός σε άλλα, επιλεκτική αποσύνδεση σε κρίσιμους τομείς, διατήρηση συναλλαγών όπου το κόστος ρήξης είναι υπερβολικό. Αυτή η κατάσταση απαιτεί υψηλή στρατηγική δεξιότητα, διότι τα όρια ανάμεσα στη νόμιμη πίεση και στην επικίνδυνη κλιμάκωση γίνονται δυσδιάκριτα.

Η επιτυχία της συνόδου δεν θα πρέπει να μετρηθεί με τη γλώσσα των εντυπώσεων. Μια επιτυχημένη συνάντηση δεν είναι αναγκαστικά εκείνη που παράγει μεγάλες ανακοινώσεις. Είναι εκείνη που μειώνει την πιθανότητα λανθασμένου υπολογισμού, σταθεροποιεί κρίσιμες ροές, διατηρεί διαύλους επικοινωνίας, αποσαφηνίζει κόκκινες γραμμές και αποτρέπει τη μετατροπή της ανταγωνιστικής αλληλεξάρτησης σε χαοτική αντιπαράθεση. Αν υπάρξουν συμφωνίες για αγορές αγροτικών προϊόντων, για αεροσκάφη, για περιορισμένη τεχνολογική πρόσβαση, για σπάνιες γαίες ή για μηχανισμούς διαβούλευσης στην τεχνητή νοημοσύνη, αυτές θα έχουν σημασία μόνο στον βαθμό που εντάσσονται σε ευρύτερο πλαίσιο ελέγχου της κλιμάκωσης. Διαφορετικά, θα είναι απλώς προσωρινές διευθετήσεις που μεταθέτουν την επόμενη κρίση.

Η αποτυχία, αντιθέτως, δεν θα συνίσταται μόνο στην απουσία συμφωνίας. Θα συνίσταται στην ενίσχυση της αντίληψης ότι κάθε πλευρά μπορεί να επιτύχει τους στόχους της μόνο μέσω εξαναγκασμού. Αν η Ουάσιγκτον καταλήξει ότι η Κίνα ανταποκρίνεται μόνο σε μεγαλύτερη πίεση, και αν το Πεκίνο καταλήξει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν μόνιμη τεχνολογική καθήλωσή του, τότε κάθε επόμενη διαφορά θα φορτίζεται με συστημική σημασία. Ένας νέος περιορισμός σε μικροτσίπ, μια καθυστέρηση στις άδειες εξαγωγής σπάνιων γαιών, μια δήλωση για την Ταϊβάν, μια στρατιωτική άσκηση ή ένας νέος δασμός θα μπορούσαν να προκαλέσουν δυσανάλογη αντίδραση.

Το πραγματικό ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι αν ο Τραμπ θα επιστρέψει από το Πεκίνο με μια συμφωνία που θα παρουσιάσει ως προσωπική επιτυχία ούτε αν ο Σι θα επιβεβαιώσει συμβολικά την ισχύ της Κίνας. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν οι δύο δυνάμεις μπορούν να αποδεχθούν ότι η αντιπαλότητά τους χρειάζεται κανόνες πριν καταστεί αυτοτροφοδοτούμενη. Η ελεγχόμενη δυσπιστία είναι ίσως το καλύτερο ρεαλιστικό αποτέλεσμα. Δεν υπόσχεται φιλία, δεν προϋποθέτει βαθιά σύγκλιση, δεν ακυρώνει τον ανταγωνισμό. Προϋποθέτει όμως αναγνώριση ορίων. Σε μια εποχή όπου η ισχύς ασκείται μέσω μικροτσίπ, μαγνητών, δεδομένων, θαλάσσιων οδών, δασμών, αδειών εξαγωγής και τεχνολογικών προτύπων, η στρατηγική ωριμότητα δεν βρίσκεται στην επίδειξη μέγιστης πίεσης. Βρίσκεται στην ικανότητα να γνωρίζει κανείς πότε η πίεση παράγει αποτέλεσμα και πότε παράγει ανεξέλεγκτη αντίδραση.