Η αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας ως προς τις θαλάσσιες ζώνες δεν μπορεί να αξιολογηθεί σοβαρά εάν αποσυνδεθεί από τη μεθοδολογία που έχει διαμορφώσει το σύγχρονο Διεθνές Δίκαιο για την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης. Η Τουρκική προσέγγιση, ιδίως όπως εκφράζεται μέσω του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας», επιχειρεί να προηγηθεί του δικαίου με πολιτική χαρτογράφηση. Αποτυπώνει σε χάρτες και πιθανώς σε εσωτερική νομοθεσία ένα αποτέλεσμα το οποίο δεν έχει προκύψει από συμφωνία, δικαιοδοτική κρίση ή εφαρμογή διεθνώς παραδεδεμένης μεθόδου οριοθέτησης. Η ελληνική θέση, αντιθέτως, έχει το πλεονέκτημα ότι δύναται να αναχθεί σε αναγνωρίσιμες νομικές κατηγορίες: σχετικές ακτές, νησιωτική επήρεια, προσωρινή γραμμή ίσης απόστασης ή μέσης γραμμής, ειδικές περιστάσεις, αναλογικότητα και τελικός έλεγχος δίκαιου αποτελέσματος. Η υπεροχή της ελληνικής επιχειρηματολογίας δεν προκύπτει από ρητορική ένταση, αλλά από τη δυνατότητά της να ενταχθεί σε συγκροτημένη δικανική μέθοδο.
Η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών δεν αποτελεί πράξη πολιτικής διανομής θαλάσσιου χώρου ανάλογα με την ισχύ ή τη γεωστρατηγική αυτοαντίληψη των κρατών. Αποτελεί νομική διαδικασία, η οποία οφείλει να λαμβάνει υπόψη την πραγματική γεωγραφία, τη σχετικότητα των ακτών, τη φύση των θαλασσίων δικαιωμάτων και την ανάγκη αποφυγής προδήλως δυσανάλογων αποτελεσμάτων. Στο πλαίσιο αυτό, κανένα κράτος δεν δύναται να αποσπά από τη διαδικασία οριοθέτησης μόνο τα στοιχεία που το εξυπηρετούν και να παραλείπει όσα συγκροτούν τον πραγματικό γεωγραφικό και νομικό χώρο της διαφοράς. Η Τουρκία, όταν επιχειρεί να εμφανίσει την Ανατολία ως τη μόνη ουσιώδη ακτογραμμή στην Ανατολική Μεσόγειο και να υποβαθμίσει την ελληνική νησιωτική παρουσία, δεν εφαρμόζει μέθοδο οριοθέτησης. Επιχειρεί να προκαταλάβει το αποτέλεσμα μέσω επιλεκτικής αναγνώρισης της γεωγραφίας.
Η αρχική φάση κάθε οριοθετικής ανάλυσης απαιτεί τον προσδιορισμό των σχετικών ακτών. Η έννοια της σχετικής ακτής δεν μπορεί να περιορίζεται αυθαίρετα στην ηπειρωτική ακτή ενός μόνο κράτους. Περιλαμβάνει κάθε ακτή που έχει προβολή στην περιοχή οριοθέτησης και παράγει αντίστοιχες θαλάσσιες αξιώσεις. Τα ελληνικά νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, τα Δωδεκάνησα, η Κρήτη, η Κάρπαθος, η Κάσος και τα λοιπά νησιωτικά συμπλέγματα δεν μπορούν να αφαιρεθούν από τη σχετική γεωγραφία επειδή η παρουσία τους δυσχεραίνει τη μέγιστη τουρκική θαλάσσια προβολή. Αποτελούν ακτές ελληνικής επικράτειας και, ως εκ τούτου, κρίσιμα σημεία αναφοράς για την οριοθετική διαδικασία. Η τουρκική επιδίωξη να διακρίνει μεταξύ «πραγματικών» ηπειρωτικών ακτών και δήθεν δευτερευουσών νησιωτικών ακτών εισάγει ιεράρχηση που δεν στηρίζεται στη γενική δομή του Δικαίου της Θάλασσας.
Η μέση γραμμή ή γραμμή ίσης απόστασης, μολονότι δεν αποτελεί μηχανικό τελικό κανόνα σε κάθε περίπτωση, έχει σημαντική μεθοδολογική λειτουργία. Παρέχει ένα αντικειμενικό αρχικό σημείο, το οποίο μπορεί στη συνέχεια να προσαρμοστεί εφόσον υπάρχουν ειδικές περιστάσεις. Η Τουρκική προσέγγιση τείνει να απορρίπτει τη μέση γραμμή όχι ως αφετηρία που χρήζει ενδεχομένως προσαρμογής, αλλά ως αρχή που δεν πρέπει να εφαρμοστεί επειδή αναγνωρίζει νησιωτική επήρεια στην Ελλάδα. Αυτή η απόρριψη αποκαλύπτει το πρόβλημα της τουρκικής θέσης: δεν αντιλέγει απλώς στο τελικό αποτέλεσμα μιας οριοθέτησης· απορρίπτει τον ίδιο τον αντικειμενικό μηχανισμό που θα επέτρεπε δίκαιη στάθμιση των αντικρουόμενων αξιώσεων.
Η έννοια των ειδικών περιστάσεων έχει ουσιώδη σημασία, αλλά συχνά χρησιμοποιείται από την Τουρκία με τρόπο υπερδιογκωμένο και νομικά παραμορφωτικό. Ειδική περίσταση δεν είναι οποιοδήποτε γεωγραφικό δεδομένο δεν εξυπηρετεί ένα κράτος. Ειδική περίσταση είναι στοιχείο που, εάν αγνοηθεί, θα μπορούσε να οδηγήσει σε προδήλως άδικο ή δυσανάλογο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη ελληνικών νησιών στο Αιγαίο δεν αποτελεί έκτακτη ανωμαλία. Αποτελεί τον ίδιο τον χαρακτήρα της περιοχής. Το Αιγαίο είναι ιστορικά, γεωγραφικά και νομικά νησιωτική θάλασσα. Η Τουρκία επιδιώκει να μετατρέψει την κανονική γεωγραφία του Αιγαίου σε «ειδική περίσταση» υπέρ της δικής της ηπειρωτικής προβολής. Μια τέτοια αντιστροφή υπονομεύει την ίδια τη λογική της οριοθέτησης.
Η αναλογικότητα, στο τελικό στάδιο της μεθόδου, δεν λειτουργεί ως αριθμητική εξίσωση που επιτρέπει την απλή σύγκριση μήκους ακτών και την αυτόματη αναδιανομή θαλάσσιου χώρου. Αποτελεί έλεγχο αποφυγής ακραίας δυσαναλογίας. Η Τουρκική επιχειρηματολογία συχνά επικαλείται το μήκος της τουρκικής ακτογραμμής για να υποστηρίξει ευρύτερες θαλάσσιες αξιώσεις. Η επίκληση αυτή παραγνωρίζει ότι η αναλογικότητα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να εξαφανίσει την ύπαρξη ελληνικών νησιών. Το μήκος της τουρκικής ακτής είναι παράγοντας της ανάλυσης, όχι απόλυτος τίτλος αποκλεισμού της ελληνικής νησιωτικής επήρειας. Η ελληνική θέση πρέπει να επιμένει ότι η αναλογικότητα υπηρετεί τον έλεγχο του αποτελέσματος, όχι την εκ των προτέρων ακύρωση δικαιωμάτων.
Στην Ανατολική Μεσόγειο, η τουρκική χαρτογραφία παρουσιάζει ακόμη εντονότερη απόκλιση από την ορθή μεθοδολογία. Η παράκαμψη της Κρήτης και άλλων μεγάλων ελληνικών νησιών από σχήματα τουρκικής θαλάσσιας προβολής δεν αποτελεί ερμηνευτική διαφωνία επί λεπτομέρειας. Θίγει τον πυρήνα της οριοθετικής λογικής. Η Κρήτη δεν είναι μικρός απομονωμένος βράχος, αλλά μεγάλη νήσος με εκτεταμένη ακτογραμμή, πληθυσμό, οικονομία και πλήρη διοικητική οργάνωση. Κάθε απόπειρα να μη ληφθεί σοβαρά υπόψη σε οριοθέτηση της Ανατολικής Μεσογείου αντιβαίνει στον κανόνα ότι η πραγματική γεωγραφία αποτελεί αφετηρία του δικαίου. Η Ελλάδα έχει εδώ ένα ιδιαιτέρως ισχυρό επιχείρημα, διότι η τουρκική παράκαμψη της Κρήτης δεν μπορεί εύλογα να παρουσιαστεί ως απλή προσαρμογή επήρειας.
Η νομική αδυναμία της τουρκικής προσέγγισης εντείνεται όταν η χαρτογραφική της αντίληψη επιχειρεί να αποκτήσει εσωτερική νομοθετική μορφή. Η οριοθέτηση δεν είναι ζήτημα εθνικής αυτοδιακήρυξης. Εάν ένα κράτος μπορούσε να θεσπίσει με νόμο τη μέγιστη εκδοχή των αξιώσεών του και να την προβάλλει ως διεθνώς κρίσιμο δεδομένο, το δίκαιο οριοθέτησης θα έχανε το κανονιστικό του περιεχόμενο. Η Τουρκική νομοθέτηση της «Γαλάζιας Πατρίδας» επιχειρεί να αντικαταστήσει τη δικανική μέθοδο με πολιτική βούληση. Η ελληνική απάντηση πρέπει να επαναφέρει σταθερά τη συζήτηση στο πεδίο της μεθοδολογίας: ποια είναι η σχετική γεωγραφία, ποιες ακτές λαμβάνονται υπόψη, ποια αρχική γραμμή εφαρμόζεται, ποιες ειδικές περιστάσεις υφίστανται, ποιος είναι ο έλεγχος αναλογικότητας και πώς επιτυγχάνεται δίκαιο αποτέλεσμα.
Η ελληνική νομική στρατηγική οφείλει να αναδείξει ότι η Ελλάδα δεν ζητεί προνομιακή μεταχείριση των νησιών της, αλλά κανονική εφαρμογή των κανόνων. Δεν αξιώνει να αγνοηθεί η τουρκική ακτογραμμή, αλλά να μη διαγραφεί η ελληνική νησιωτική επικράτεια. Δεν απορρίπτει την ανάγκη οριοθέτησης, αλλά απορρίπτει την προοριοθέτηση μέσω τουρκικών χαρτών και νόμων. Η δύναμη της ελληνικής θέσης έγκειται ακριβώς στη μετρημένη αλλά σταθερή της θεμελίωση: αναγνώριση της γεωγραφίας, σεβασμός της οριοθετικής διαδικασίας, αποδοχή δικαιοδοτικής επίλυσης για τη μόνη πραγματική νομική διαφορά, απόρριψη κάθε αναθεωρητικής διεύρυνσης του αντικειμένου.
Πρόσφατα σχόλια