Περιλαμβάνει ένα θεμελιώδες ζήτημα διεθνούς νομιμότητας: την απαγόρευση απειλής ή χρήσης βίας ως μέσου επηρεασμού της άσκησης νόμιμων δικαιωμάτων άλλου κράτους. Η Τουρκική πολιτική, ιδίως μετά την απόφαση περί casus belli σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων, έχει εισαγάγει στο ελληνοτουρκικό πλαίσιο ένα στοιχείο καταναγκασμού το οποίο δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβατό με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Η Ελλάδα οφείλει να επαναφέρει διαρκώς το ζήτημα αυτό στο κέντρο της νομικής συζήτησης, διότι η απειλή βίας δεν είναι απλώς πολιτικό πρόβλημα. Είναι διεθνοδικαιική παραβίαση που επηρεάζει το σύνολο της διαπραγματευτικής και οριοθετικής αρχιτεκτονικής.
Η απαγόρευση απειλής ή χρήσης βίας αποτελεί κανόνα θεμελιώδους σημασίας. Δεν περιορίζεται στην αποτροπή ένοπλης σύγκρουσης. Απαγορεύει και τη χρήση της απειλής ως μέσου επιβολής πολιτικής βούλησης σε άλλο κράτος. Όταν ένα κράτος δηλώνει ότι η άσκηση νόμιμου δικαιώματος από γειτονικό κράτος θα αποτελέσει αιτία πολέμου, η διεθνής έννομη τάξη πλήττεται στην καρδιά της. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η αμεσότητα της στρατιωτικής απειλής. Είναι ότι δημιουργείται περιβάλλον εντός του οποίου το θιγόμενο κράτος καλείται να ασκεί τα δικαιώματά του υπό καθεστώς εκβιασμού. Η Ελλάδα, ως κράτος που διαθέτει δικαίωμα επέκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης έως τα 12 ναυτικά μίλια, δεν μπορεί να αποδέχεται ότι η άσκηση αυτού του δικαιώματος εξαρτάται από την ανοχή της Τουρκίας.
Η αιγιαλίτιδα ζώνη είναι ζώνη κυριαρχίας. Η επέκτασή της εντός του ορίου που αναγνωρίζει το διεθνές δίκαιο αποτελεί άσκηση κρατικής κυριαρχίας. Η Τουρκία μπορεί να διαφωνεί πολιτικά, να θεωρεί ότι η επέκταση μεταβάλλει ισορροπίες ή να επιθυμεί διαπραγμάτευση επί των συνεπειών. Δεν έχει, όμως, δικαίωμα να απειλεί πόλεμο για να αποτρέψει την άσκηση νόμιμου δικαιώματος. Η απειλή αυτή επιχειρεί να μετατρέψει ένα δικαίωμα που απορρέει από το διεθνές δίκαιο σε δικαίωμα υπό αίρεση. Η Ελλάδα πρέπει να απορρίπτει αυτή την κατασκευή όχι μόνο διπλωματικά, αλλά νομικά, ως αντίθετη προς τη θεμελιώδη απαγόρευση καταναγκασμού.
Η ενδεχόμενη νομοθετική θεσμοποίηση της «Γαλάζιας Πατρίδας» πρέπει να αξιολογηθεί και υπό αυτό το πρίσμα. Εάν ένας εσωτερικός νόμος λειτουργήσει ως μηχανισμός που ενισχύει, οργανώνει ή δικαιολογεί την τουρκική πίεση έναντι ελληνικών δικαιωμάτων, τότε δεν πρόκειται για ουδέτερη νομοθετική πράξη. Εντάσσεται σε ευρύτερο πλαίσιο καταναγκαστικής συμπεριφοράς. Η Τουρκία μπορεί να επιχειρήσει να παρουσιάσει τον νόμο ως εσωτερικό εργαλείο θαλάσσιας διοίκησης. Η Ελλάδα πρέπει να εξετάσει το περιεχόμενό του σε σχέση με την πρακτική λειτουργία που θα επιδιωχθεί. Εάν χρησιμοποιηθεί για να αποτρέψει ελληνικές ενέργειες, να δικαιολογήσει παρενοχλήσεις, να στηρίξει ναυτικές κινητοποιήσεις ή να αποδώσει δήθεν νομιμότητα σε τετελεσμένα, τότε θα αποτελεί μέρος μιας στρατηγικής εξαναγκασμού.
Το διεθνές δίκαιο διακρίνει ανάμεσα στη διαφορά και στον εξαναγκασμό. Τα κράτη μπορεί να έχουν διαφορές. Μπορεί να διαφωνούν ως προς την οριοθέτηση, την ερμηνεία κανόνων ή την έκταση ορισμένων δικαιωμάτων. Η ύπαρξη διαφοράς δεν νομιμοποιεί την απειλή βίας. Αντιθέτως, ενεργοποιεί την υποχρέωση ειρηνικής επίλυσης. Η Τουρκία, διατηρώντας απειλή έναντι της ελληνικής άσκησης κυριαρχικού δικαιώματος, δεν συμβάλλει σε ειρηνική επίλυση. Επιχειρεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα μέσω πίεσης. Η Ελλάδα πρέπει να επιμένει ότι διάλογος υπό απειλή δεν αποτελεί γνήσια ειρηνική διαδικασία. Η διαπραγμάτευση προϋποθέτει απουσία καταναγκασμού.
Η απαγόρευση απειλής βίας έχει ιδιαίτερη σημασία και για το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης. Η Τουρκία προβάλλει ισχυρισμούς κατά της ελληνικής αμυντικής παρουσίας σε νησιά, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί απειλή χρήσης βίας και σημαντική στρατιωτική διάταξη απέναντι από αυτά. Η θέση αυτή πάσχει από νομική και λογική αναντιστοιχία. Ένα κράτος που απειλεί δεν μπορεί πειστικά να ζητεί από το απειλούμενο κράτος να μειώσει την αμυντική του ικανότητα. Το δικαίωμα αυτοάμυνας, η αρχή της αναλογικής προστασίας της κυριαρχίας και η πραγματικότητα της απειλής αποτελούν παράγοντες που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Η Ελλάδα οφείλει να εντάσσει την αμυντική της στάση στο πλαίσιο προστασίας έναντι υπαρκτής και διαρκούς απειλής.
Η τουρκική πρακτική του καταναγκασμού έχει και διαπραγματευτική λειτουργία. Σκοπός της δεν είναι πάντοτε η άμεση σύγκρουση, αλλά η αποτροπή ελληνικών πρωτοβουλιών. Η απειλή λειτουργεί ως μηχανισμός αυτοπεριορισμού της άλλης πλευράς. Η Ελλάδα, επί δεκαετίες, έχει λάβει υπόψη το κόστος κλιμάκωσης στο Αιγαίο. Η προσεκτική στάθμιση είναι θεμιτή. Δεν πρέπει, όμως, να μετατραπεί σε αποδοχή ότι η Τουρκία διαθέτει de facto δικαίωμα αρνησικυρίας επί ελληνικών κυριαρχικών επιλογών. Η νομική θέση της Ελλάδας πρέπει να διαχωρίζει την πολιτική σύνεση από τη νομική παραίτηση. Η μη άσκηση ενός δικαιώματος σε συγκεκριμένο χρόνο δεν σημαίνει απώλεια ή περιορισμό του.
Η ελληνική επέκταση των χωρικών υδάτων στο Ιόνιο έχει ήδη επιβεβαιώσει ότι το δικαίωμα αυτό είναι ενεργό και ασκήσιμο. Η μη επέκταση σε άλλες περιοχές δεν οφείλεται σε έλλειψη δικαιώματος, αλλά σε στρατηγική στάθμιση. Η Ελλάδα πρέπει να διατηρεί πλήρη ελευθερία άσκησης του δικαιώματος αυτού, ιδίως σε περιοχές όπου η πολιτική και τεχνική προετοιμασία το καθιστούν σκόπιμο. Η τουρκική απειλή δεν μπορεί να αποτελέσει νομικό φραγμό. Εάν η Τουρκία επιχειρήσει να ενσωματώσει στο νομοθετικό της πλαίσιο αντίληψη που περιορίζει την ελληνική αιγιαλίτιδα ζώνη ή αμφισβητεί το δικαίωμα επέκτασης, η πράξη αυτή πρέπει να απορριφθεί ως διεθνώς ανίσχυρη και ως συνέχεια παράνομης απειλής.
Η νομική διπλωματία της Ελλάδας πρέπει να αναδείξει την απειλή βίας σε όλα τα αρμόδια φόρα. Συχνά η διεθνής συζήτηση περιορίζεται σε εκκλήσεις αποκλιμάκωσης, παραλείποντας να κατονομάσει την πηγή της καταναγκαστικής ασυμμετρίας. Η Ελλάδα πρέπει να επιμείνει ότι δεν αρκεί η γενική αναφορά σε διάλογο. Απαιτείται ρητή απόρριψη της απειλής χρήσης βίας ως μέσου επίλυσης διαφορών. Η διαφορά ανάμεσα σε δύο κράτη που διαφωνούν και σε ένα κράτος που απειλεί το άλλο είναι θεμελιώδης. Η εξίσωση των δύο πλευρών αποδυναμώνει τον κανόνα του διεθνούς δικαίου.
Η απαγόρευση καταναγκασμού συνδέεται και με την εγκυρότητα μελλοντικών συμφωνιών. Μια συμφωνία που θα συναφθεί υπό απειλή βίας θα εγείρει σοβαρά ζητήματα κύρους. Η Ελλάδα πρέπει να καθιστά σαφές ότι οποιαδήποτε διαπραγμάτευση πρέπει να διεξάγεται χωρίς στρατιωτικό εκβιασμό, χωρίς απειλές και χωρίς προαπαιτούμενη αποδοχή τουρκικών τετελεσμένων. Η τουρκική νομοθέτηση της «Γαλάζιας Πατρίδας», εάν χρησιμοποιηθεί ως διαπραγματευτικό εργαλείο πίεσης, δεν πρέπει να γίνει δεκτή ως ουδέτερη αφετηρία. Η αφετηρία κάθε συνομιλίας οφείλει να είναι το διεθνές δίκαιο, όχι ο εσωτερικός νόμος ενός αναθεωρητικού δρώντος.
Η Ελλάδα έχει συμφέρον να διαμορφώσει συνεκτικό νομικό αφήγημα γύρω από την απαγόρευση απειλής βίας. Το αφήγημα αυτό πρέπει να συνδέει το casus belli, την τουρκική στρατιωτική διάταξη, τις αμφισβητήσεις κυριαρχίας, την αποτροπή επέκτασης χωρικών υδάτων, την πιθανή θεσμοποίηση της «Γαλάζιας Πατρίδας» και τις επιχειρησιακές παρενοχλήσεις ως στοιχεία ενός ευρύτερου μοτίβου καταναγκασμού. Η ενιαία αυτή ανάγνωση έχει επιστημονική και διπλωματική αξία, διότι δείχνει ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει μεμονωμένα επεισόδια, αλλά συστηματική πίεση επί νόμιμων δικαιωμάτων.
Πρόσφατα σχόλια