Η κοινωνική δικαιοσύνη έχει πάντοτε μια ηθική διάσταση, όμως η αντοχή της κρίνεται στο πεδίο της οικονομικής πραγματικότητας. Ένα κράτος μπορεί να αναγνωρίζει δικαιώματα, να διακηρύσσει αρχές ισότητας και να θέτει υψηλούς κοινωνικούς στόχους, αλλά η σταθερή υλοποίηση αυτών των στόχων απαιτεί μόνιμη και επαρκή παραγωγή πόρων. Το κοινωνικό κράτος δεν στηρίζεται μόνο στη βούληση του νομοθέτη ή στην ευαισθησία της πολιτικής εξουσίας. Στηρίζεται στη φορολογική βάση, στην ασφαλιστική βάση, στο ύψος των μισθών, στη δηλωμένη εργασία, στην επιχειρηματική αξία που παράγεται και στη δυνατότητα της οικονομίας να χρηματοδοτεί συλλογικές ανάγκες χωρίς να εξαντλεί την ίδια της τη δυναμική. Η παραγωγικότητα βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το σημείο: καθορίζει πόση πραγματική αξία δημιουργείται από την εργασία, το κεφάλαιο, την τεχνολογία και τους θεσμούς, άρα καθορίζει και το εύρος των κοινωνικών δυνατοτήτων.

Σε μια οικονομία χαμηλής παραγωγικότητας, η κοινωνική πολιτική λειτουργεί υπό μόνιμη πίεση. Οι ανάγκες είναι μεγάλες, αλλά η φοροδοτική ικανότητα περιορισμένη. Οι πολίτες ζητούν καλύτερη υγεία, παιδεία, κοινωνική φροντίδα, στεγαστική προστασία και αξιοπρεπείς συντάξεις, ενώ το κράτος αναζητά πόρους σε μια οικονομία που δεν παράγει αρκετή αξία ανά εργαζόμενο. Τότε η πολιτική παγιδεύεται ανάμεσα σε δύσκολες επιλογές: αύξηση φόρων, περικοπή άλλων δαπανών, δανεισμό, προσωρινές παροχές ή υποχρηματοδότηση υπηρεσιών. Καμία από αυτές τις λύσεις δεν δημιουργεί σταθερή κοινωνική πρόοδο όταν δεν συνοδεύεται από διεύρυνση της παραγωγικής βάσης. Αντιθέτως, η υψηλότερη παραγωγικότητα επιτρέπει στο κράτος να αντλεί περισσότερα έσοδα χωρίς να αυξάνει διαρκώς την πίεση στους ίδιους φορολογουμένους, επειδή αυξάνονται τα εισοδήματα, τα κέρδη, οι εισφορές και η επίσημη οικονομική δραστηριότητα.

Το ζήτημα δεν είναι λογιστικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Μια κοινωνία που θέλει ισχυρό κοινωνικό κράτος πρέπει να ενδιαφέρεται για τον τρόπο με τον οποίο παράγεται το εισόδημα πριν αυτό αναδιανεμηθεί. Αν η παραγωγή αξίας είναι χαμηλή, η αναδιανομή γίνεται σύγκρουση γύρω από ένα στενό προϊόν. Αν η παραγωγή αξίας αυξάνεται, η αναδιανομή μπορεί να αποκτήσει δημιουργικό χαρακτήρα: να χρηματοδοτήσει υπηρεσίες που βελτιώνουν τις δυνατότητες των πολιτών, να μειώσει ανισότητες, να στηρίξει όσους μένουν πίσω, να επενδύσει σε περιοχές και ομάδες με χαμηλότερη πρόσβαση σε ευκαιρίες. Η παραγωγικότητα, σε αυτή την έννοια, δεν περιορίζει την κοινωνική πολιτική. Της προσφέρει το υλικό πεδίο μέσα στο οποίο μπορεί να γίνει περισσότερο φιλόδοξη, πιο καθολική και πιο αξιόπιστη.

Η ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών εξαρτάται αποφασιστικά από αυτή τη σχέση. Η δημόσια υγεία χρειάζεται γιατρούς, νοσηλευτές, σύγχρονο εξοπλισμό, ψηφιακά συστήματα, πρόληψη και διοικητική οργάνωση. Η παιδεία χρειάζεται εκπαιδευτικούς, υποδομές, προγράμματα, τεχνολογία, έρευνα και συνεχή επιμόρφωση. Η κοινωνική φροντίδα χρειάζεται προσωπικό, δομές, αξιολόγηση και τοπική παρουσία. Όταν οι πόροι είναι ανεπαρκείς, τα δικαιώματα υπάρχουν τυπικά, αλλά η πραγματική πρόσβαση διαφοροποιείται. Όποιος έχει ιδιωτικά μέσα καλύπτει τα κενά. Όποιος δεν έχει, περιμένει, συμβιβάζεται ή αποκλείεται. Έτσι η χαμηλή παραγωγικότητα μετατρέπεται έμμεσα σε κοινωνική ανισότητα, επειδή δεν επιτρέπει στο δημόσιο σύστημα να προσφέρει σε όλους υπηρεσίες αντίστοιχης ποιότητας.

Η παραγωγικότητα συνδέεται και με τη δικαιοσύνη στη φορολογία. Όταν η οικονομία παραμένει κατακερματισμένη, αδύναμη, χαμηλής κλίμακας και εν μέρει άτυπη, το κράτος δυσκολεύεται να φορολογήσει δίκαια και αποτελεσματικά. Η πίεση μεταφέρεται συχνά σε όσους είναι ευκολότερα ορατοί: μισθωτούς, συνταξιούχους, οργανωμένες επιχειρήσεις και συνεπείς επαγγελματίες. Αυτό διαβρώνει την εμπιστοσύνη, γιατί οι πολίτες αισθάνονται ότι το κοινωνικό κράτος χρηματοδοτείται άνισα. Μια οικονομία υψηλότερης παραγωγικότητας, με μεγαλύτερες επιχειρήσεις, περισσότερη επίσημη εργασία, καλύτερη λογιστική διαφάνεια και υψηλότερα εισοδήματα, μπορεί να στηρίξει ευρύτερη φορολογική βάση. Η φορολογική δικαιοσύνη χρειάζεται διοικητική ικανότητα, αλλά χρειάζεται και παραγωγική οικονομία που δεν ωθεί τη δραστηριότητα στη μικρή κλίμακα, στην ατυπία και στη χαμηλή δηλωμένη αξία.

Στην ελληνική συζήτηση, το κοινωνικό κράτος παρουσιάζεται συχνά ως ζήτημα δαπανών. Αυτή η προσέγγιση είναι μερική. Το κοινωνικό κράτος είναι ταυτόχρονα μηχανισμός αναδιανομής και μηχανισμός παραγωγικής ενδυνάμωσης. Όταν χρηματοδοτεί ποιοτική εκπαίδευση, αυξάνει το ανθρώπινο κεφάλαιο. Όταν χρηματοδοτεί υγεία, διατηρεί την ικανότητα των ανθρώπων να εργάζονται και να ζουν με αξιοπρέπεια. Όταν στηρίζει παιδική φροντίδα, διευκολύνει τη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας. Όταν επενδύει σε κατάρτιση, επιτρέπει μετάβαση από χαμηλής σε υψηλότερης αξίας θέσεις. Όταν στηρίζει τη στέγη, μειώνει εμπόδια κοινωνικής και επαγγελματικής κινητικότητας. Έτσι, οι κοινωνικές δαπάνες μπορούν να λειτουργήσουν ως επένδυση στην παραγωγικότητα, εφόσον σχεδιάζονται με σοβαρότητα, συνέχεια και αξιολόγηση.

Το τελικό ζητούμενο είναι ένα δημοσιονομικό μοντέλο που δεν χρηματοδοτεί απλώς την κοινωνική προστασία, αλλά τη συνδέει με παραγωγική αναβάθμιση. Η Ελλάδα χρειάζεται κοινωνική πολιτική που δεν περιορίζεται στην επιδότηση της αδυναμίας, αλλά δημιουργεί δυνατότητες. Χρειάζεται δημόσιες δαπάνες που ενισχύουν το ανθρώπινο κεφάλαιο, μειώνουν ανισότητες εκκίνησης, στηρίζουν τη συμμετοχή στην εργασία και διευκολύνουν την παραγωγή αξίας. Χρειάζεται, ταυτόχρονα, παραγωγική πολιτική που αναγνωρίζει ότι η κοινωνική συνοχή δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο της ανάπτυξης, αλλά όρος της βιωσιμότητάς της. Η παραγωγικότητα δημιουργεί τους πόρους. Η δικαιοσύνη καθορίζει τη χρήση τους. Η συνοχή προκύπτει όταν αυτά τα δύο συνδέονται σε σταθερό κοινωνικό συμβόλαιο.