Η αξιοπρέπεια της εργασίας εξαρτάται από το αν η εργασία μπορεί να στηρίξει ζωή με προοπτική. Όταν η εργασία παράγει χαμηλή αξία επειδή εντάσσεται σε οικονομία μικρής κλίμακας, περιορισμένης τεχνολογίας, χαμηλής οργάνωσης και ασθενών επενδύσεων, ο εργαζόμενος εγκλωβίζεται σε χαμηλότερο εισόδημα. Όταν η εργασία συνδέεται με καλύτερο κεφάλαιο, γνώση, τεχνολογία, διοίκηση και εξωστρέφεια, δημιουργείται η δυνατότητα υψηλότερης αμοιβής και σταθερότερης κοινωνικής ένταξης.
Η παραγωγικότητα είναι, επομένως, ζήτημα αξιοπρέπειας πριν ακόμη γίνει ζήτημα ανταγωνιστικότητας. Μια κοινωνία που εργάζεται πολύ αλλά παράγει χαμηλή αξία ανά ώρα εργασίας δημιουργεί ανθρώπους κουρασμένους, όχι απαραίτητα ασφαλείς. Δημιουργεί οικονομική δραστηριότητα, όχι απαραίτητα κοινωνική άνοδο. Δημιουργεί απασχόληση, όχι απαραίτητα προοπτική. Η κοινωνική συνοχή δεν μπορεί να στηριχθεί μακροπρόθεσμα σε εργασία που απλώς απορροφά ανθρώπους χωρίς να τους προσφέρει επαρκή εισοδηματική και επαγγελματική εξέλιξη. Η μείωση της ανεργίας είναι σημαντική, αλλά η επόμενη βαθμίδα κοινωνικής προόδου είναι η ποιότητα της εργασίας. Αυτή η ποιότητα συνδέεται άμεσα με την παραγωγικότητα.
Η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει ακριβώς αυτή την πρόκληση. Η απασχόληση έχει βελτιωθεί, η οικονομική δραστηριότητα έχει ενισχυθεί, η χώρα εμφανίζει μεγαλύτερη σταθερότητα. Παρά ταύτα, μεγάλο μέρος της κοινωνίας αισθάνεται ότι η ανάπτυξη δεν έχει μετατραπεί σε αντίστοιχη βελτίωση ζωής. Η απόσταση ανάμεσα στους μακροοικονομικούς δείκτες και στην καθημερινή εμπειρία δεν είναι μόνο επικοινωνιακό πρόβλημα. Είναι παραγωγικό και διανεμητικό πρόβλημα. Όταν η αξία που παράγεται ανά εργαζόμενο παραμένει περιορισμένη, οι μισθοί δυσκολεύονται να ακολουθήσουν το κόστος ζωής. Όταν οι δημόσιες υπηρεσίες πιέζονται, τα νοικοκυριά καλούνται να καλύψουν ιδιωτικά ανάγκες που θα έπρεπε να καλύπτονται συλλογικά. Όταν η στέγη ακριβαίνει ταχύτερα από τα εισοδήματα, οι νέοι καθυστερούν την αυτονομία τους. Όταν η παραγωγική βάση είναι στενή, η κοινωνική πρόοδος γίνεται εύθραυστη.
Η κοινωνική δικαιοσύνη δεν μπορεί να περιοριστεί στη διόρθωση των αποτελεσμάτων της αγοράς μετά την παραγωγή. Χρειάζεται παρέμβαση στις προϋποθέσεις συμμετοχής στην παραγωγή. Αυτό σημαίνει παιδεία που προσφέρει πραγματικές δεξιότητες, υγεία που προστατεύει την ικανότητα εργασίας, μεταφορές που συνδέουν ανθρώπους με θέσεις απασχόλησης, στέγη που επιτρέπει στους νέους να εγκατασταθούν εκεί όπου υπάρχουν ευκαιρίες, παιδική φροντίδα που επιτρέπει στους γονείς και ιδίως στις γυναίκες να συμμετέχουν στην αγορά εργασίας, κατάρτιση που οδηγεί σε πραγματικές επαγγελματικές διαδρομές, θεσμούς που μειώνουν την αβεβαιότητα και χρηματοδότηση που στηρίζει παραγωγικές πρωτοβουλίες. Η δικαιοσύνη δεν αρχίζει όταν το κράτος μοιράζει εισόδημα. Αρχίζει όταν οργανώνει τους όρους μέσα από τους οποίους οι άνθρωποι μπορούν να παράγουν αξία και να συμμετέχουν στους καρπούς της.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η παραγωγικότητα και το κοινωνικό κράτος πρέπει να αντιμετωπίζονται ως συμπληρωματικοί θεσμοί. Το κοινωνικό κράτος δεν είναι μόνο μηχανισμός προστασίας των αδύναμων. Είναι και μηχανισμός παραγωγικής ενδυνάμωσης της κοινωνίας. Όταν ένα παιδί έχει πρόσβαση σε καλή εκπαίδευση, η κοινωνία δεν ασκεί μόνο δικαιοσύνη· αυξάνει το ανθρώπινο κεφάλαιό της. Όταν ένας εργαζόμενος έχει πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη, η κοινωνία δεν προστατεύει μόνο ένα δικαίωμα· διατηρεί την εργασιακή και κοινωνική του ικανότητα. Όταν ένας άνεργος επανεκπαιδεύεται ουσιαστικά, δεν λαμβάνει απλώς στήριξη· αποκτά δυνατότητα επιστροφής σε παραγωγική δραστηριότητα υψηλότερης αξίας. Όταν η οικογένεια υποστηρίζεται με παιδική φροντίδα, δεν ανακουφίζεται μόνο οικονομικά· διευρύνεται η συμμετοχή στην εργασία και μειώνονται έμφυλες ανισότητες.
Η χαμηλή παραγωγικότητα, αντίθετα, παράγει αλυσίδες κοινωνικής πίεσης. Περιορίζει τους μισθούς, οι χαμηλοί μισθοί περιορίζουν την αποταμίευση, η χαμηλή αποταμίευση μειώνει την αντοχή των νοικοκυριών σε κρίσεις, η ανασφάλεια αποθαρρύνει τη δημιουργία οικογένειας, η καθυστέρηση οικογενειακού σχεδιασμού επιτείνει το δημογραφικό, το δημογραφικό αυξάνει την πίεση στο ασφαλιστικό, το ασφαλιστικό απαιτεί περισσότερους πόρους, και το κράτος αναζητά αυτούς τους πόρους σε μια οικονομία που ήδη παράγει περιορισμένη αξία. Ο κύκλος αυτός δεν σπάει μόνο με παροχές. Χρειάζεται παραγωγική αναβάθμιση που αυξάνει τη συνολική δυνατότητα της κοινωνίας.
Η στεγαστική κρίση δείχνει με ιδιαίτερη καθαρότητα αυτή τη σχέση. Η αντιμετώπιση του στεγαστικού απαιτεί δημόσια πολιτική: κοινωνική κατοικία, ρυθμιστικές παρεμβάσεις, αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας, κίνητρα για μακροχρόνια μίσθωση, πολεοδομικό σχεδιασμό. Όμως η πίεση της στέγης γίνεται κοινωνικά εκρηκτική όταν τα εισοδήματα παραμένουν χαμηλά. Αν η παραγωγικότητα δεν αυξάνει τους μισθούς, ακόμη και μετριοπαθείς αυξήσεις ενοικίων μετατρέπονται σε κρίση. Αν η οικονομία παράγει καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας, η κοινωνία αποκτά μεγαλύτερη αντοχή απέναντι στο κόστος ζωής. Η παραγωγικότητα, επομένως, δεν αντικαθιστά τη στεγαστική πολιτική· την καθιστά αποτελεσματικότερη, επειδή ενισχύει το εισοδηματικό υπόβαθρο των πολιτών.
Η φορολογική διάσταση είναι εξίσου κρίσιμη. Ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος χρειάζεται δίκαιη φορολογία, αλλά η δίκαιη φορολογία χρειάζεται παραγωγική και διαφανή οικονομία. Όταν η οικονομία χαρακτηρίζεται από μικρή κλίμακα, ατυπία, χαμηλή δηλωμένη κερδοφορία και περιορισμένη παραγωγική ένταση, το βάρος πέφτει σε όσους είναι εύκολα φορολογικά ορατοί. Αυτό δημιουργεί αίσθηση αδικίας και φθείρει τη συναίνεση. Μια παραγωγικότερη οικονομία, με μεγαλύτερες και πιο οργανωμένες επιχειρήσεις, υψηλότερους μισθούς, περισσότερη επίσημη εργασία και ισχυρότερη εταιρική διαφάνεια, διευρύνει τη φορολογική βάση. Έτσι η κοινωνική πολιτική μπορεί να χρηματοδοτηθεί με πιο δίκαιο και λιγότερο ασφυκτικό τρόπο.
Η κοινωνική συνοχή χρειάζεται επίσης παραγωγική ένταξη της περιφέρειας. Η ανισότητα δεν είναι μόνο ταξική· είναι και χωρική. Οι άνθρωποι που ζουν σε περιοχές με περιορισμένες ευκαιρίες, χαμηλή μεταποίηση, εποχική απασχόληση, αδύναμες υποδομές και ελλιπή σύνδεση με αγορές υψηλής αξίας αντιμετωπίζουν στενότερο πεδίο ζωής. Η περιφερειακή πολιτική που περιορίζεται σε επιδοτήσεις μπορεί να ανακουφίζει, αλλά δεν αρκεί. Η περιφέρεια χρειάζεται παραγωγικά οικοσυστήματα. Χρειάζεται αγροτική παραγωγή με τυποποίηση και εξαγωγική ταυτότητα, τουρισμό ποιότητας συνδεδεμένο με τοπικά προϊόντα, τεχνική εκπαίδευση, πανεπιστημιακά εργαστήρια συνδεδεμένα με επιχειρήσεις, ενεργειακές υποδομές, μεταφορές και ψηφιακά δίκτυα. Η ισότητα ευκαιριών δεν μπορεί να υπάρξει όταν ο τόπος κατοικίας προκαθορίζει τόσο έντονα την παραγωγική δυνατότητα του ανθρώπου.
Η παραγωγικότητα έχει και διάσταση εμπιστοσύνης. Οι πολίτες αποδέχονται ευκολότερα μεταρρυθμίσεις, φορολογικές υποχρεώσεις και θεσμικές αλλαγές όταν βλέπουν ότι η οικονομία παράγει χειροπιαστή βελτίωση στη ζωή τους. Όταν η ανάπτυξη εμφανίζεται στους δείκτες αλλά όχι στους μισθούς, στις υπηρεσίες, στη στέγη και στις ευκαιρίες, τότε η εμπιστοσύνη φθείρεται. Η κοινωνία αρχίζει να θεωρεί ότι η οικονομική πρόοδος αφορά άλλους. Η παραγωγικότητα πρέπει να μεταφράζεται σε κοινωνικά ορατά αποτελέσματα: καλύτερη εργασία, καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες, δίκαιη φορολογία, πρόσβαση σε δεξιότητες, περιφερειακές ευκαιρίες. Μόνο τότε η ανάπτυξη αποκτά δημοκρατική νομιμοποίηση.
Η ισότητα ευκαιριών, ειδικά, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς παραγωγικό υπόβαθρο. Αν η οικονομία δημιουργεί κυρίως θέσεις χαμηλής ειδίκευσης και χαμηλής αμοιβής, ακόμη και οι μορφωμένοι εργαζόμενοι υποαξιοποιούνται. Αν οι επιχειρήσεις δεν έχουν τεχνολογία και οργάνωση, οι δεξιότητες των εργαζομένων δεν αποδίδουν. Αν οι νέοι δεν βρίσκουν θέσεις αντάξιες των προσόντων τους, η εκπαίδευση χάνει μέρος της κοινωνικής της υπόσχεσης. Η παραγωγικότητα συνδέει τη γνώση με την αμοιβή και την προσπάθεια με την προοπτική. Χωρίς αυτή τη σύνδεση, η κοινωνική κινητικότητα εξασθενεί.
Το ίδιο ισχύει για την επιχειρηματικότητα των μικρών και μεσαίων στρωμάτων. Μια κοινωνία δικαιοσύνης δεν χρειάζεται μόνο προστασία των εργαζομένων. Χρειάζεται και δυνατότητα παραγωγικής πρωτοβουλίας για όσους θέλουν να δημιουργήσουν μικρές επιχειρήσεις, συνεταιριστικά σχήματα, κοινωνικές επιχειρήσεις ή τοπικές παραγωγικές δραστηριότητες. Αν η πρόσβαση σε χρηματοδότηση, τεχνολογία, εκπαίδευση, δίκτυα και θεσμική υποστήριξη είναι άνιση, τότε η επιχειρηματικότητα γίνεται προνόμιο όσων έχουν ήδη πόρους. Η παραγωγικότητα μιας κοινωνίας αυξάνεται όταν περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να μετατρέψουν γνώση και εργασία σε αξία. Αυτό είναι και οικονομικό και κοινωνικό ζήτημα.
Μια σοβαρή στρατηγική κοινωνικής δικαιοσύνης πρέπει, επομένως, να θέτει την παραγωγικότητα στο κέντρο της. Όχι ως πρόσχημα για περιορισμό κοινωνικών δικαιωμάτων, αλλά ως προϋπόθεση διεύρυνσής τους. Η χώρα χρειάζεται κοινωνικές πολιτικές που αυξάνουν παραγωγικές δυνατότητες και παραγωγικές πολιτικές που υπηρετούν κοινωνικούς στόχους. Χρειάζεται επενδύσεις που δημιουργούν καλές θέσεις εργασίας. Χρειάζεται τεχνολογική αναβάθμιση που συνοδεύεται από κατάρτιση. Χρειάζεται επιχειρήσεις που μεγαλώνουν και μοιράζονται μέρος των οφελών με την εργασία. Χρειάζεται δημόσιες υπηρεσίες που λειτουργούν όχι ως κόστος, αλλά ως υποδομή ανθρώπινης ανάπτυξης. Χρειάζεται φορολογία που χρηματοδοτεί κοινά αγαθά χωρίς να εγκλωβίζει τη νόμιμη παραγωγή.
Η παραγωγικότητα δεν πρέπει να ταυτίζεται με την εντατικοποίηση της εργασίας. Αυτή είναι μια κρίσιμη διάκριση. Η κοινωνικά δίκαιη παραγωγικότητα δεν σημαίνει περισσότερη εξάντληση, περισσότερο άγχος, περισσότερες ώρες και μεγαλύτερη πίεση στον εργαζόμενο. Σημαίνει καλύτερη οργάνωση, καλύτερη τεχνολογία, καλύτερο κεφάλαιο, καλύτερες δεξιότητες, λιγότερη σπατάλη χρόνου, λιγότερη γραφειοκρατία, λιγότερα λάθη, καλύτερη διοίκηση, πιο έξυπνη παραγωγή. Η κοινωνία δεν χρειάζεται εργαζόμενους που απλώς δουλεύουν περισσότερο. Χρειάζεται εργαζόμενους που παράγουν περισσότερη αξία επειδή το σύστημα γύρω τους είναι καλύτερο. Αυτή η μορφή παραγωγικότητας είναι συμβατή με την αξιοπρέπεια, τη μείωση ανισοτήτων και την ποιότητα ζωής.
Το τελικό ζητούμενο είναι μια οικονομία όπου η παραγωγή αξίας και η κοινωνική διανομή δεν αντιμετωπίζονται ως διαδοχικά και αποκομμένα στάδια, αλλά ως ενιαίο θεσμικό σχέδιο. Η αξία πρέπει να παράγεται με τρόπους που ενισχύουν την εργασία, την εκπαίδευση, την περιφέρεια, τη διαφάνεια και την καινοτομία. Έπειτα πρέπει να διανέμεται με τρόπους που ενισχύουν τους μισθούς, τις δημόσιες υπηρεσίες, την κοινωνική προστασία και την ισότητα ευκαιριών. Αν λείπει το πρώτο, η κοινωνική πολιτική μένει χωρίς επαρκείς πόρους. Αν λείπει το δεύτερο, η παραγωγικότητα χάνει κοινωνική νομιμοποίηση.
Η Ελλάδα χρειάζεται να περάσει από τη λογική της περιορισμένης ανακούφισης στη λογική της συλλογικής ανόδου. Η ανακούφιση είναι αναγκαία για όσους πιέζονται άμεσα. Η συλλογική άνοδος όμως απαιτεί κάτι βαθύτερο: μια οικονομία που παράγει περισσότερη αξία και ένα κράτος που μετατρέπει αυτή την αξία σε κοινωνικά δικαιώματα, δημόσια αγαθά και πραγματικές ευκαιρίες.
Πρόσφατα σχόλια