Η κοινωνική δικαιοσύνη δεν μπορεί να νοηθεί μόνο ως ηθικό αίτημα ή ως πολιτική διακήρυξη αναδιανομής. Για να αποκτήσει διάρκεια, αποτελεσματικότητα και θεσμική αξιοπιστία, χρειάζεται μια οικονομία ικανή να δημιουργεί σταθερά περισσότερη αξία. Η παραγωγικότητα βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το σημείο: αποτελεί τον μηχανισμό μέσω του οποίου η εργασία, το κεφάλαιο, η γνώση, η τεχνολογία, οι δεξιότητες και οι θεσμοί μετατρέπονται σε πραγματικούς πόρους. Από αυτούς τους πόρους χρηματοδοτούνται οι μισθοί, οι ασφαλιστικές εισφορές, τα δημόσια έσοδα, οι κοινωνικές δαπάνες, η υγεία, η παιδεία, οι συντάξεις, οι υποδομές και οι πολιτικές προστασίας των πιο αδύναμων. Μια κοινωνία μπορεί να επιθυμεί δίκαιη διανομή, καθολική πρόσβαση σε υπηρεσίες και αξιοπρεπές επίπεδο ζωής για όλους. Αν όμως η παραγωγική της βάση παραμένει περιορισμένη, οι κοινωνικές της φιλοδοξίες θα προσκρούουν διαρκώς στη στενότητα των διαθέσιμων πόρων.
Η παραγωγικότητα, σε αυτή την προοπτική, δεν είναι ψυχρός τεχνοκρατικός δείκτης. Είναι πολιτικοοικονομική προϋπόθεση κοινωνικής ισχύος. Όσο μεγαλύτερη αξία παράγει μια οικονομία ανά ώρα εργασίας, τόσο ευρύτερα είναι τα περιθώρια για υψηλότερους μισθούς χωρίς απώλεια ανταγωνιστικότητας, για ισχυρότερες δημόσιες υπηρεσίες χωρίς δημοσιονομικό εκτροχιασμό, για κοινωνική προστασία χωρίς υπερβολική επιβάρυνση των ίδιων φορολογουμένων, για επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο χωρίς συνεχή αναβολή άλλων αναγκών. Η οικονομία που παράγει λίγη αξία αναγκάζεται να μοιράζει λίγα, ακόμη και όταν έχει ισχυρή βούληση να μοιράσει δίκαια. Η οικονομία που παράγει περισσότερη αξία αποκτά τη δυνατότητα να μετατρέψει τη δικαιοσύνη από σύνθημα σε θεσμική πραγματικότητα.
Στην ελληνική περίπτωση, η σύνδεση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Η χώρα έχει περάσει μια μακρά περίοδο κρίσης, προσαρμογής, απώλειας εισοδημάτων και κοινωνικής ανασφάλειας. Η κοινωνία έχει εύλογη απαίτηση για καλύτερους μισθούς, ποιοτικότερη δημόσια υγεία, ουσιαστικότερη παιδεία, αξιοπρεπείς συντάξεις, αντιμετώπιση του στεγαστικού κόστους, στήριξη της οικογένειας, ενίσχυση της περιφέρειας και προστασία της εργασίας. Αυτές οι απαιτήσεις δεν είναι υπερβολικές. Αντιθέτως, αποτελούν πυρήνα ενός ώριμου κοινωνικού κράτους. Το κρίσιμο ζήτημα είναι ότι η ικανοποίησή τους προϋποθέτει σταθερή παραγωγή εισοδήματος και όχι περιστασιακή διαχείριση δημοσιονομικών περιθωρίων. Η κοινωνική πολιτική δεν μπορεί να στηρίζεται επ’ αόριστον σε έκτακτες παροχές, συγκυριακά έσοδα ή προσωρινές ενισχύσεις. Χρειάζεται οικονομία που αυξάνει την αξία της εργασίας και διευρύνει τη φορολογική και ασφαλιστική βάση.
Η πιο άμεση έκφραση αυτής της σχέσης βρίσκεται στους μισθούς. Ο μισθός δεν είναι μόνο ιδιωτική συναλλαγή μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου. Είναι κοινωνικός θεσμός, διότι καθορίζει την αξιοπρέπεια της εργασίας, τη δυνατότητα οικογενειακού σχεδιασμού, την πρόσβαση στη στέγη, τη συμμετοχή στην κατανάλωση, την αποταμίευση, την κοινωνική ασφάλιση και την εμπιστοσύνη στο μέλλον. Μια οικονομία χαμηλής παραγωγικότητας δυσκολεύεται να στηρίξει γενικευμένα υψηλότερους μισθούς, επειδή η αξία που παράγεται ανά εργαζόμενο παραμένει περιορισμένη. Μπορούν να υπάρξουν διοικητικές παρεμβάσεις, κατώτατα όρια, συλλογικές συμβάσεις και θεσμοί προστασίας της εργασίας· όλα αυτά είναι αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Όμως η μακροχρόνια μισθολογική άνοδος χρειάζεται επιχειρήσεις που παράγουν περισσότερη αξία, εργαζόμενους με καλύτερες δεξιότητες, επενδύσεις που αυξάνουν την απόδοση της εργασίας και θεσμούς που μειώνουν το κόστος αβεβαιότητας.
Η ίδια σχέση ισχύει για το κοινωνικό κράτος. Η δημόσια υγεία, η παιδεία, η πρόνοια, η κοινωνική ασφάλιση και οι πολιτικές στήριξης των ευάλωτων δεν χρηματοδοτούνται από αφηρημένη κοινωνική ευαισθησία. Χρηματοδοτούνται από εισοδήματα, κέρδη, φόρους, εισφορές και παραγωγικές δραστηριότητες. Όταν η παραγωγικότητα είναι χαμηλή, τα εισοδήματα παραμένουν χαμηλότερα, η φορολογική βάση στενεύει, οι ασφαλιστικές εισφορές περιορίζονται και το κράτος καλείται να καλύψει αυξανόμενες ανάγκες με ανεπαρκή μέσα. Τότε η κοινωνική πολιτική αποκτά αμυντικό χαρακτήρα: προσπαθεί να αποτρέψει την επιδείνωση, να στηρίξει όσους πιέζονται περισσότερο, να αντισταθμίσει απώλειες. Όταν η παραγωγικότητα αυξάνεται, η κοινωνική πολιτική μπορεί να αποκτήσει αναπτυξιακό και μετασχηματιστικό χαρακτήρα: να επενδύσει στην πρόληψη, στην ποιότητα των υπηρεσιών, στην παιδική φροντίδα, στη διά βίου μάθηση, στη στέγη, στην περιφερειακή συνοχή και στην κοινωνική κινητικότητα.
Η κοινωνική δικαιοσύνη δεν εξαντλείται στη μεταφορά πόρων από το ένα εισοδηματικό στρώμα στο άλλο. Αφορά και την ικανότητα των πολιτών να συμμετέχουν στην παραγωγή αξίας. Ένα παιδί που μεγαλώνει σε περιοχή με αδύναμο σχολείο, περιορισμένες ψηφιακές υποδομές και λίγες επαγγελματικές προοπτικές ξεκινά από μειονεκτική θέση πριν ακόμη μπει στην αγορά εργασίας. Ένας εργαζόμενος που δεν έχει πρόσβαση σε κατάρτιση, τεχνολογία και επιχειρήσεις υψηλής αξίας παραμένει εγκλωβισμένος σε χαμηλή αμοιβή. Μια μικρή επιχείρηση που δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει τεχνολογική αναβάθμιση μένει χαμηλής παραγωγικότητας και προσφέρει περιορισμένες θέσεις εργασίας. Η δικαιοσύνη, επομένως, αρχίζει μέσα στην ίδια την παραγωγική διαδικασία. Αφορά το ποιος έχει πρόσβαση στη γνώση, στην τεχνολογία, στη χρηματοδότηση, στις υποδομές, στις αγορές, στη θεσμική προστασία και στην επαγγελματική εξέλιξη.
Η Ελλάδα έχει ανάγκη από μια τέτοια διευρυμένη αντίληψη κοινωνικής πολιτικής. Το κοινωνικό κράτος δεν πρέπει να λειτουργεί μόνο ως μηχανισμός αποκατάστασης μετά την οικονομική αποτυχία. Πρέπει να λειτουργεί ως μηχανισμός ενίσχυσης των δυνατοτήτων των πολιτών πριν από την αποτυχία. Η υγεία προστατεύει το ανθρώπινο κεφάλαιο. Η παιδεία δημιουργεί δεξιότητες και κοινωνική κινητικότητα. Η κατάρτιση επιτρέπει μετάβαση σε καλύτερες θέσεις. Η παιδική φροντίδα αυξάνει τη συμμετοχή των γυναικών στην εργασία. Η στεγαστική πολιτική διευκολύνει τους νέους εργαζόμενους να ζήσουν κοντά σε παραγωγικά κέντρα. Οι μεταφορές συνδέουν την κατοικία με την εργασία. Οι ψηφιακές υποδομές επιτρέπουν συμμετοχή στην οικονομία της γνώσης. Όλες αυτές οι πολιτικές είναι κοινωνικές, αλλά ταυτόχρονα είναι παραγωγικές. Αυξάνουν την ικανότητα των ανθρώπων να παράγουν, να συμμετέχουν, να εξελίσσονται και να συμβάλλουν.
Η δημογραφική διάσταση καθιστά αυτή τη συζήτηση ακόμη πιο επείγουσα. Μια κοινωνία που γερνά δεν μπορεί να στηρίξει αξιοπρεπές κοινωνικό κράτος μόνο με περισσότερη εργασία σε χαμηλής αξίας θέσεις. Χρειάζεται υψηλότερη παραγωγικότητα, ώστε λιγότεροι ή αναλογικά πιεσμένοι εργαζόμενοι να μπορούν να στηρίξουν μεγαλύτερες ανάγκες σε συντάξεις, υγεία και φροντίδα. Η παραγωγικότητα γίνεται έτσι όρος διαγενεακής δικαιοσύνης. Αν οι νέοι αμείβονται χαμηλά, δυσκολεύονται να αποκτήσουν κατοικία, αναβάλλουν τη δημιουργία οικογένειας και καλούνται ταυτόχρονα να χρηματοδοτήσουν αυξημένες κοινωνικές υποχρεώσεις, τότε η κοινωνική συνοχή υπονομεύεται. Μια παραγωγικότερη οικονομία προσφέρει τη δυνατότητα υψηλότερων μισθών, ισχυρότερων εισφορών και πιο δίκαιης κατανομής βαρών μεταξύ γενεών.
Η περιφερειακή διάσταση είναι εξίσου σημαντική. Η κοινωνική συνοχή δεν μπορεί να περιορίζεται σε εισοδηματικές μεταβιβάσεις από το κέντρο προς την περιφέρεια. Χρειάζεται περιφέρειες που παράγουν αξία. Χρειάζεται αγροδιατροφή που συνδέεται με μεταποίηση, τυποποίηση και εξαγωγές. Χρειάζεται τουρισμός που συνδέεται με τοπική παραγωγή, πολιτισμό, ποιότητα και δεξιότητες. Χρειάζεται πανεπιστήμια που συνεργάζονται με επιχειρήσεις. Χρειάζεται τοπικές αλυσίδες αξίας, logistics, ενεργειακές υποδομές, ψηφιακή συνδεσιμότητα και τεχνική εκπαίδευση. Μια περιφέρεια που δεν παράγει επαρκή αξία εξαρτάται από εποχικότητα, επιδοτήσεις ή φυγή νέων ανθρώπων. Η παραγωγικότητα, επομένως, δεν είναι μόνο εθνικό μακροοικονομικό μέγεθος. Είναι και χωρική πολιτική δικαιοσύνης.
Η φορολογική δικαιοσύνη εξαρτάται επίσης από την παραγωγικότητα. Όταν η οικονομία παραμένει μικρή, κατακερματισμένη και χαμηλής παραγωγικότητας, το κράτος συχνά πιέζει υπερβολικά τις πιο ορατές και συνεπείς φορολογικές βάσεις: μισθωτούς, οργανωμένες επιχειρήσεις, επαγγελματίες που δηλώνουν εισόδημα. Η παραοικονομία επιβιώνει ευκολότερα σε περιβάλλον μικρής κλίμακας και χαμηλής διαφάνειας. Αντίθετα, οι επιχειρήσεις που μεγαλώνουν, δανείζονται, εξάγουν, πιστοποιούνται και εντάσσονται σε επίσημες αλυσίδες αξίας έχουν μεγαλύτερη ανάγκη θεσμικής κανονικότητας και μεγαλύτερο κίνητρο διαφάνειας. Η παραγωγικότητα μπορεί έτσι να διευρύνει τη φορολογική βάση και να μειώσει την αίσθηση ότι λίγοι σηκώνουν δυσανάλογο βάρος για όλους.
Το κρίσιμο πολιτικό ζήτημα είναι πώς διανέμονται οι καρποί της παραγωγικότητας. Αν η αύξηση της αξίας μετατραπεί αποκλειστικά σε υψηλότερα κέρδη για λίγους, χωρίς μισθολογική πρόοδο, χωρίς κοινωνικές επενδύσεις, χωρίς φορολογική δικαιοσύνη και χωρίς αναβάθμιση δημόσιων υπηρεσιών, τότε η παραγωγικότητα δεν ενισχύει τη συνοχή. Αν όμως συνδεθεί με καλύτερους μισθούς, ισχυρότερη συλλογική προστασία, επενδύσεις σε παιδεία και υγεία, στήριξη οικογενειών, ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης και περιφερειακή ανάπτυξη, τότε μετατρέπεται σε θεμέλιο δίκαιης ανάπτυξης. Η παραγωγικότητα δημιουργεί το πεδίο δυνατοτήτων. Η πολιτική αποφασίζει πώς αυτές οι δυνατότητες γίνονται κοινωνικό όφελος.
Η Ελλάδα χρειάζεται ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο παραγωγικότητας. Ένα συμβόλαιο στο οποίο οι επιχειρήσεις δεν θα αντιμετωπίζουν την παραγωγικότητα ως απλή συμπίεση κόστους, αλλά ως επένδυση σε τεχνολογία, ανθρώπινο δυναμικό και οργάνωση. Οι εργαζόμενοι δεν θα καλούνται απλώς να προσαρμόζονται, αλλά θα συμμετέχουν στην παραγωγική αναβάθμιση και θα καρπώνονται μέρος των οφελών της. Το κράτος δεν θα περιορίζεται σε εκ των υστέρων επιδοματική παρέμβαση, αλλά θα επενδύει σε θεσμούς που αυξάνουν τη δυνατότητα των ανθρώπων να εργάζονται, να μαθαίνουν, να επιχειρούν και να ζουν με αξιοπρέπεια. Η φορολογία δεν θα λειτουργεί ως τιμωρία της παραγωγικής μεγέθυνσης, αλλά ως δίκαιος μηχανισμός χρηματοδότησης κοινών αγαθών. Η κοινωνική πολιτική δεν θα είναι απλώς θεραπεία της φτώχειας, αλλά θεσμική υποδομή συμμετοχής στην παραγωγή αξίας.
Η παραγωγικότητα και η κοινωνική δικαιοσύνη χρειάζονται η μία την άλλη. Η παραγωγικότητα χωρίς δικαιοσύνη μπορεί να παράγει ανισότητες, κοινωνική αποξένωση και απώλεια εμπιστοσύνης. Η κοινωνική δικαιοσύνη χωρίς παραγωγικότητα κινδυνεύει να γίνει διαρκής αναδιανομή ανεπαρκών πόρων. Η ώριμη πολιτική οικονομία δεν χωρίζει αυτά τα δύο πεδία. Τα συνδέει. Αναγνωρίζει ότι η δίκαιη κοινωνία χρειάζεται ισχυρή παραγωγική βάση και ότι η ισχυρή παραγωγική βάση χρειάζεται δίκαιη κοινωνική νομιμοποίηση. Μια κοινωνία που παράγει περισσότερη αξία και τη μετατρέπει σε δημόσια αγαθά, αξιοπρεπείς μισθούς, κοινωνική ασφάλεια και ισότητα ευκαιριών δεν είναι απλώς πλουσιότερη. Είναι πιο συνεκτική, πιο ανθεκτική και πιο ελεύθερη.
Πρόσφατα σχόλια