. Μια κοινωνία μπορεί να αυξάνει την απασχόληση και ταυτόχρονα να διατηρεί χαμηλή κοινωνική κινητικότητα, εάν οι θέσεις που δημιουργούνται είναι χαμηλής παραγωγικότητας, χαμηλής ειδίκευσης, εποχικές, ασταθείς ή περιορισμένης εξέλιξης. Η παραγωγικότητα έχει εδώ βαθιά κοινωνική σημασία, διότι καθορίζει την ποιότητα της εργασίας. Όταν κάθε ώρα εργασίας παράγει μεγαλύτερη αξία, δημιουργείται δυνατότητα υψηλότερων μισθών, καλύτερης επαγγελματικής εξέλιξης, ισχυρότερης ασφαλιστικής βάσης και μεγαλύτερης εμπιστοσύνης των εργαζομένων στο μέλλον τους.

Η αξιοπρεπής εργασία απαιτεί παραγωγικό περιβάλλον. Ο εργαζόμενος δεν παράγει σε κενό. Η απόδοσή του εξαρτάται από τον εξοπλισμό που χρησιμοποιεί, την τεχνολογία της επιχείρησης, την οργάνωση της εργασίας, την ποιότητα της διοίκησης, την κατάρτιση, τη συνεργασία, την πρόσβαση σε δεδομένα, την εξωστρέφεια της επιχείρησης και τη θέση της σε αλυσίδες αξίας. Σε μια επιχείρηση χαμηλής τεχνολογικής και οργανωτικής έντασης, ακόμη και ικανοί εργαζόμενοι αποδίδουν κάτω από τις δυνατότητές τους. Σε μια οικονομία με πολλές τέτοιες επιχειρήσεις, οι μισθοί πιέζονται όχι επειδή οι άνθρωποι δεν εργάζονται, αλλά επειδή η εργασία τους δεν πολλαπλασιάζεται από επαρκές κεφάλαιο, γνώση και οργάνωση. Η παραγωγικότητα, λοιπόν, αφορά άμεσα την κοινωνική αναγνώριση της εργασίας.

Η συζήτηση για τους μισθούς συχνά περιορίζεται σε μια στενή αντιπαράθεση ανάμεσα στο κόστος για τις επιχειρήσεις και στην ανάγκη των εργαζομένων για εισόδημα. Μια σοβαρή πολιτική οικονομία πρέπει να πάει βαθύτερα. Ο μισθός αποτελεί μερίδιο της παραγόμενης αξίας. Για να αυξηθεί βιώσιμα και γενικευμένα, χρειάζεται να αυξηθεί η αξία που παράγεται. Αυτό δεν σημαίνει ότι η αγορά πρέπει να αφεθεί μόνη της ούτε ότι οι θεσμοί προστασίας της εργασίας είναι δευτερεύοντες. Σημαίνει ότι οι εργασιακοί θεσμοί πρέπει να συνδυάζονται με παραγωγική αναβάθμιση. Κατώτατος μισθός, συλλογικές συμβάσεις, έλεγχοι εργασίας και προστασία δικαιωμάτων είναι απαραίτητα στοιχεία κοινωνικής δικαιοσύνης. Η διάρκεια της μισθολογικής προόδου, όμως, απαιτεί επιχειρήσεις ικανές να παράγουν περισσότερη αξία και οικονομία ικανή να ανταγωνίζεται με ποιότητα, τεχνολογία και γνώση.

Η χαμηλή παραγωγικότητα δημιουργεί έναν ύπουλο κοινωνικό φαύλο κύκλο. Οι χαμηλοί μισθοί περιορίζουν την αποταμίευση και την οικονομική ανεξαρτησία. Η αδυναμία αποταμίευσης καθυστερεί την οικογενειακή ζωή, τη στεγαστική αυτονομία και την επαγγελματική κινητικότητα. Η ανασφάλεια μειώνει την εμπιστοσύνη των νέων στη χώρα και αυξάνει την πιθανότητα μετανάστευσης. Η φυγή ειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού περιορίζει την παραγωγική δυνατότητα της οικονομίας. Η περιορισμένη παραγωγική δυνατότητα διατηρεί χαμηλούς μισθούς. Έτσι, η χαμηλή παραγωγικότητα δεν παράγει μόνο οικονομικό κόστος. Παράγει κοινωνική στασιμότητα, δημογραφική πίεση και απώλεια εμπιστοσύνης.

Η ισότητα ευκαιριών επηρεάζεται εξίσου. Σε μια οικονομία με ισχυρή παραγωγική βάση, η εκπαίδευση μπορεί να μετατραπεί σε καλύτερη εργασία, η δεξιότητα σε αμοιβή, η προσπάθεια σε κοινωνική άνοδο. Σε μια οικονομία χαμηλής παραγωγικότητας, ακόμη και τα προσόντα υποαξιοποιούνται. Πτυχιούχοι εργάζονται σε θέσεις που δεν απαιτούν τις γνώσεις τους. Τεχνικές δεξιότητες δεν ενσωματώνονται σε οργανωμένες παραγωγικές διαδικασίες. Η επαγγελματική εμπειρία δεν οδηγεί πάντοτε σε ουσιαστική εξέλιξη. Η κοινωνική κινητικότητα περιορίζεται, γιατί η οικονομία δεν προσφέρει αρκετές θέσεις υψηλής αξίας για να απορροφήσει το ανθρώπινο δυναμικό της. Έτσι, η αδικία δεν εμφανίζεται μόνο ως διαφορά εισοδήματος, αλλά ως διαφορά δυνατότητας αξιοποίησης του εαυτού.

Το εκπαιδευτικό σύστημα αποκτά εδώ κεντρικό ρόλο. Η παραγωγικότητα δεν αυξάνεται απλώς με περισσότερα πτυχία. Αυξάνεται όταν η γνώση αποκτά παραγωγική εφαρμογή. Η τεχνική εκπαίδευση, η επαγγελματική κατάρτιση, η διά βίου μάθηση και η σύνδεση πανεπιστημίων με επιχειρήσεις αποτελούν εργαλεία κοινωνικής δικαιοσύνης, επειδή επιτρέπουν σε ανθρώπους διαφορετικής κοινωνικής προέλευσης να αποκτήσουν πρόσβαση σε καλύτερες θέσεις εργασίας. Αν η κατάρτιση παραμένει τυπική, αποσπασματική ή αποκομμένη από πραγματικές ανάγκες, δεν αλλάζει την παραγωγική θέση του εργαζομένου. Αν όμως συνδεθεί με κλάδους υψηλής αξίας, τεχνολογία, πράσινη μετάβαση, ψηφιακές δεξιότητες, βιομηχανικές ανάγκες και υπηρεσίες γνώσης, μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός κοινωνικής ανόδου.

Η ποιότητα της εργασίας συνδέεται και με την οργάνωση των επιχειρήσεων. Σε πολλές περιπτώσεις, οι εργαζόμενοι δεν υποαμείβονται μόνο επειδή η επιχείρηση είναι μικρή ή ο κλάδος χαμηλής αξίας, αλλά επειδή η εργασία οργανώνεται με τρόπο που δεν επιτρέπει αύξηση απόδοσης. Απουσία διαδικασιών, κακή διοίκηση, ελλιπής χρήση τεχνολογίας, χαμηλή εκπαίδευση προσωπικού, ασαφείς αρμοδιότητες και βραχυπρόθεσμη λογική μειώνουν την παραγωγικότητα και περιορίζουν τον χώρο για καλύτερες αμοιβές. Η κοινωνική πολιτική που ενδιαφέρεται πραγματικά για την εργασία πρέπει να ενδιαφέρεται και για τη διοικητική ποιότητα των επιχειρήσεων. Οι εργαζόμενοι δεν χρειάζονται μόνο προστασία από αυθαιρεσίες. Χρειάζονται παραγωγικά περιβάλλοντα στα οποία οι δεξιότητές τους αξιοποιούνται.

Η παραγωγικότητα, ωστόσο, δεν πρέπει να συγχέεται με την εντατικοποίηση. Μια κοινωνικά ώριμη αντίληψη της παραγωγικότητας δεν ζητά από τους εργαζόμενους να δουλεύουν περισσότερο, ταχύτερα και με μεγαλύτερη πίεση. Ζητά καλύτερη οργάνωση, πιο έξυπνη τεχνολογία, λιγότερη σπατάλη χρόνου, λιγότερη γραφειοκρατία, καλύτερη διοίκηση, ουσιαστική εκπαίδευση και ασφαλέστερες διαδικασίες. Η αύξηση παραγωγικότητας που στηρίζεται στην εξάντληση των ανθρώπων είναι κοινωνικά φτωχή και μακροπρόθεσμα ασταθής. Η αύξηση παραγωγικότητας που στηρίζεται στη γνώση και στην οργάνωση μπορεί να συνδυαστεί με καλύτερη ποιότητα ζωής. Αυτή είναι η μορφή παραγωγικότητας που υπηρετεί την κοινωνική δικαιοσύνη.

Η Ελλάδα χρειάζεται μια εργασιακή στρατηγική που να συνδέει μισθούς, δεξιότητες και παραγωγική αναβάθμιση. Δεν αρκεί να αυξάνεται η απασχόληση αν η νέα εργασία δεν οδηγεί σε υψηλότερη αξία. Δεν αρκεί να στηρίζονται οι εργαζόμενοι με επιδόματα αν η αγορά εργασίας παραμένει χαμηλής παραγωγικής έντασης. Δεν αρκεί να υπάρχουν πτυχία αν η οικονομία δεν δημιουργεί θέσεις που τα αξιοποιούν. Η κοινωνική συνοχή απαιτεί εργασία που να έχει νόημα, προοπτική και αμοιβή. Αυτό προϋποθέτει παραγωγική οικονομία και θεσμούς που διασφαλίζουν ότι τα οφέλη της παραγωγικότητας δεν απορροφώνται μονομερώς, αλλά επιστρέφουν και στην εργασία.

Η αξιοπρεπής εργασία είναι τελικά το σημείο όπου η παραγωγικότητα συναντά την κοινωνική δικαιοσύνη με τον πιο άμεσο τρόπο. Αν η παραγωγικότητα αυξάνεται και οι εργαζόμενοι βλέπουν καλύτερους μισθούς, σταθερότερη απασχόληση, δυνατότητες εξέλιξης και συμμετοχή στην πρόοδο, η οικονομία αποκτά κοινωνική νομιμοποίηση. Αν η παραγωγικότητα δεν αυξάνεται, η κοινωνία μένει παγιδευμένη σε χαμηλές προσδοκίες. Αν αυξάνεται αλλά δεν διαχέεται, η κοινωνία χάνει εμπιστοσύνη. Το ζητούμενο είναι παραγωγικότητα με δίκαιη εργασιακή μετάφραση: περισσότερη αξία, καλύτερη εργασία, ισχυρότερο εισόδημα, πραγματική κοινωνική κινητικότητα.