Η ανάπτυξη αποκτά πολιτική νομιμοποίηση όταν οι πολίτες αναγνωρίζουν στη ζωή τους τα αποτελέσματά της. Οι αριθμοί μπορούν να βελτιώνονται, οι εκθέσεις να καταγράφουν πρόοδο και οι δείκτες να παρουσιάζουν θετική εικόνα, όμως η κοινωνική αποδοχή της οικονομικής πορείας εξαρτάται από πιο άμεσες εμπειρίες: τον μισθό, το ενοίκιο, την πρόσβαση σε γιατρό, την ποιότητα του σχολείου, τον χρόνο μετακίνησης, την ασφάλεια της εργασίας, την προοπτική των παιδιών. Η παραγωγικότητα βρίσκεται πίσω από όλες αυτές τις εμπειρίες, όχι ως αφηρημένη τεχνική έννοια, αλλά ως πραγματική ικανότητα της κοινωνίας να παράγει αρκετή αξία ώστε η πρόοδος να γίνεται αισθητή και διανεμητικά πειστική.
Οι κοινωνίες δεν αποσταθεροποιούνται μόνο από την ύφεση. Αποσταθεροποιούνται και από την αίσθηση ότι η ανάπτυξη δεν αφορά όλους, ότι η προσπάθεια δεν ανταμείβεται, ότι η οικονομική πρόοδος συγκεντρώνεται σε περιορισμένους κλάδους ή ομάδες, ότι οι δημόσιες υπηρεσίες δεν βελτιώνονται παρά την αύξηση του ΑΕΠ. Αυτή η αίσθηση είναι επικίνδυνη για τη δημοκρατική εμπιστοσύνη. Η παραγωγικότητα έχει εδώ κρίσιμο ρόλο, επειδή δημιουργεί το πραγματικό περιθώριο για ευρύτερη βελτίωση. Όταν η αξία που παράγεται αυξάνεται, υπάρχει μεγαλύτερη δυνατότητα μισθολογικής προόδου, δημοσίων επενδύσεων, καλύτερων υπηρεσιών και αναδιανομής. Όταν η παραγωγικότητα μένει χαμηλή, η ανάπτυξη είναι πιο πιθανό να εμφανίζεται ως στατιστικό φαινόμενο χωρίς επαρκή κοινωνική διάχυση.
Η δημοκρατική νομιμοποίηση της οικονομικής πολιτικής απαιτεί συνέπεια ανάμεσα στην υπόσχεση και στην εμπειρία. Αν η πολιτεία υπόσχεται σύγκλιση, αλλά οι πολίτες βιώνουν χαμηλή αγοραστική δύναμη, ακριβή στέγη και αδύναμες υπηρεσίες, το πρόβλημα δεν λύνεται με επικοινωνιακή διαχείριση. Χρειάζεται αλλαγή της παραγωγικής βάσης. Η κοινωνία πρέπει να βλέπει ότι η οικονομία δημιουργεί καλύτερες θέσεις εργασίας, ότι τα δημόσια έσοδα μετατρέπονται σε ποιοτικές υπηρεσίες, ότι οι νέοι έχουν λόγο να μείνουν, ότι η περιφέρεια δεν εγκαταλείπεται, ότι η φορολογία χρηματοδοτεί πραγματικά κοινά αγαθά. Η παραγωγικότητα, όταν συνδέεται με δίκαιη διανομή, μετατρέπει την ανάπτυξη σε εμπιστοσύνη.
Η χαμηλή παραγωγικότητα, αντιθέτως, γεννά πολιτική ένταση επειδή περιορίζει τον χώρο συμβιβασμού μεταξύ κοινωνικών ομάδων. Οι εργαζόμενοι ζητούν υψηλότερους μισθούς, οι επιχειρήσεις φοβούνται απώλεια ανταγωνιστικότητας, το κράτος χρειάζεται έσοδα, οι πολίτες απαιτούν υπηρεσίες, οι συνταξιούχοι προστασία, οι νέοι προοπτική. Όταν η παραγόμενη αξία είναι περιορισμένη, κάθε αίτημα εμφανίζεται ως απειλή για κάποιο άλλο. Η κοινωνική πολιτική γίνεται παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος. Η παραγωγικότητα δεν εξαφανίζει τις συγκρούσεις, αλλά αυξάνει τον χώρο μέσα στον οποίο μπορούν να υπάρξουν πιο δίκαιοι συμβιβασμοί. Δημιουργεί μεγαλύτερο κοινωνικό προϊόν, άρα δυνατότητα να χρηματοδοτηθούν περισσότερες ανάγκες χωρίς διαρκή μεταφορά πίεσης από τη μία ομάδα στην άλλη.
Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς εξαρτάται και από την ποιότητα του κράτους. Ένα κράτος που καθυστερεί, περιπλέκει, αδικεί ή λειτουργεί αδιαφανώς μειώνει την παραγωγικότητα και ταυτόχρονα αποδυναμώνει τη νομιμοποίησή του. Οι πολίτες και οι επιχειρήσεις αντιλαμβάνονται τη θεσμική τριβή ως κόστος και ως αδικία. Όταν κάποιος χρειάζεται υπερβολικό χρόνο για μια άδεια, όταν μια δικαστική υπόθεση καθυστερεί, όταν η φορολογική εφαρμογή είναι ασταθής, όταν οι δημόσιες υπηρεσίες λειτουργούν με άνιση ποιότητα, η οικονομία χάνει χρόνο και η κοινωνία χάνει εμπιστοσύνη. Η παραγωγικότητα χρειάζεται θεσμούς που λειτουργούν γρήγορα και προβλέψιμα. Η κοινωνική δικαιοσύνη χρειάζεται θεσμούς που λειτουργούν ισότιμα. Στην πράξη, αυτά τα δύο συμπίπτουν.
Η ανάπτυξη με κοινωνική νομιμοποίηση απαιτεί και διαφάνεια στη διανομή των οφελών. Αν η αύξηση της παραγωγικότητας μεταφράζεται μόνο σε κέρδη χωρίς μισθολογική διάχυση, αν η φορολογική βάση δεν διευρύνεται, αν οι δημόσιες υπηρεσίες δεν αναβαθμίζονται, τότε η κοινωνία θα αντιμετωπίσει την παραγωγικότητα με καχυποψία. Θα τη θεωρήσει γλώσσα των ισχυρών. Αν, αντίθετα, η παραγωγικότητα συνδέεται με καλύτερες αμοιβές, εκπαίδευση, κοινωνική ασφάλεια, φορολογική δικαιοσύνη και συμμετοχή των εργαζομένων στην πρόοδο, γίνεται κοινό συμφέρον. Η πολιτική οφείλει να κάνει αυτή τη σύνδεση ορατή και θεσμικά δεσμευτική.
Η Ελλάδα χρειάζεται να σκεφτεί την παραγωγικότητα ως θεμέλιο μιας νέας κοινωνικής συμφωνίας. Αυτή η συμφωνία δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στην υπόσχεση ότι η ανάπτυξη κάποτε θα διαχυθεί. Χρειάζεται μηχανισμούς διάχυσης: συλλογικές συμβάσεις όπου είναι εφικτό, φορολογική διαφάνεια, επενδύσεις σε δημόσιες υπηρεσίες, ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης, τεχνική εκπαίδευση, στήριξη μικρομεσαίων επιχειρήσεων για τεχνολογική αναβάθμιση, περιφερειακά παραγωγικά οικοσυστήματα. Χρειάζεται επίσης αξιολόγηση: ποιες πολιτικές αυξάνουν πραγματικά την αξία ανά ώρα εργασίας και ποιες απλώς ανακυκλώνουν πόρους χωρίς μόνιμο αποτέλεσμα.
Η κοινωνική συνοχή δεν είναι κατάσταση ησυχίας. Είναι ενεργή αίσθηση συμμετοχής σε μια κοινή πορεία. Οι πολίτες αποδέχονται ευκολότερα αλλαγές όταν πιστεύουν ότι οι θυσίες, οι μεταρρυθμίσεις και οι υποχρεώσεις οδηγούν σε δίκαια κατανεμημένο αποτέλεσμα. Αν η παραγωγικότητα παρουσιαστεί ως τεχνική απαίτηση των αγορών, θα παραμείνει κοινωνικά αδύναμη ιδέα. Αν παρουσιαστεί και εφαρμοστεί ως όρος καλύτερης ζωής, αξιοπρεπών υπηρεσιών και πραγματικών ευκαιριών, μπορεί να γίνει βάση ευρύτερης συναίνεσης. Η κοινωνία δεν χρειάζεται μόνο να ακούσει ότι πρέπει να γίνει πιο παραγωγική. Πρέπει να δει γιατί η παραγωγικότητα υπηρετεί τη δική της ασφάλεια, ελευθερία και προοπτική.
Το ουσιώδες είναι ότι η ανάπτυξη χωρίς κοινωνική νομιμοποίηση γίνεται εύθραυστη, ενώ η κοινωνική πολιτική χωρίς παραγωγική βάση γίνεται δημοσιονομικά αδύναμη. Η σύνδεση παραγωγικότητας και δικαιοσύνης είναι, επομένως, όρος πολιτικής σταθερότητας. Μια οικονομία που παράγει περισσότερη αξία και τη διανέμει με θεσμικά δίκαιο τρόπο ενισχύει την εμπιστοσύνη. Μια οικονομία που αναπτύσσεται άνισα ή παραμένει χαμηλής παραγωγικότητας τροφοδοτεί αμφισβήτηση. Η παραγωγικότητα είναι τελικά ζήτημα δημοκρατίας, επειδή καθορίζει αν οι υποσχέσεις της πολιτείας μπορούν να αποκτήσουν πραγματικό περιεχόμενο.
Πρόσφατα σχόλια