Η παραγωγικότητα αποκτά ιδιαίτερη κοινωνική σημασία όταν εξεταστεί μέσα από τη σχέση των γενεών. Η Ελλάδα είναι μια κοινωνία που γερνά, με χαμηλή γεννητικότητα, μεγάλη πίεση στο ασφαλιστικό σύστημα, αυξημένες ανάγκες υγείας και φροντίδας, αλλά και νεότερες γενιές που δυσκολεύονται να αποκτήσουν σταθερή οικονομική αυτονομία. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η κοινωνική δικαιοσύνη δεν αφορά μόνο τη σχέση πλουσιότερων και φτωχότερων. Αφορά και τη σχέση μεταξύ όσων έχουν ήδη θεμελιώσει δικαιώματα και όσων καλούνται να χρηματοδοτήσουν το μέλλον τους μέσα σε συνθήκες υψηλού κόστους ζωής, ακριβής στέγης και εργασιακής αβεβαιότητας. Η παραγωγικότητα είναι ο παράγοντας που μπορεί να μειώσει αυτή την ένταση, επειδή αυξάνει την αξία που παράγει κάθε εργαζόμενος και διευρύνει τους πόρους με τους οποίους στηρίζονται οι κοινωνικές υποχρεώσεις.
Μια γηράσκουσα κοινωνία δεν μπορεί να διατηρήσει κοινωνική συνοχή αν οι νεότεροι εργαζόμενοι παραμένουν σε χαμηλές αμοιβές και περιορισμένες προοπτικές. Όσο αυξάνονται οι ανάγκες για συντάξεις, υγεία και φροντίδα, τόσο περισσότερο απαιτείται μια οικονομία στην οποία η εργασία των ενεργών γενεών παράγει υψηλότερη αξία. Η λύση δεν βρίσκεται στην εξάντληση των εργαζομένων ούτε στη διαρκή αύξηση των βαρών πάνω τους. Βρίσκεται στην αναβάθμιση του παραγωγικού συστήματος: καλύτερη τεχνολογία, ισχυρότερες επιχειρήσεις, δεξιότητες, επίσημη εργασία, παραγωγικές επενδύσεις, δημόσιες υπηρεσίες που αυξάνουν τη συμμετοχή στην εργασία. Αν η οικονομία δεν πετύχει αυτή την αναβάθμιση, το κοινωνικό κράτος θα εξαρτάται από ολοένα πιο δύσκολες ισορροπίες.
Η διαγενεακή δικαιοσύνη δεν σημαίνει αντιπαράθεση νέων και μεγαλύτερων. Σημαίνει δίκαιη κατανομή δυνατοτήτων, υποχρεώσεων και ασφάλειας στον χρόνο. Οι μεγαλύτερες γενιές δικαιούνται αξιοπρεπείς συντάξεις και υγειονομική φροντίδα, ιδίως μετά από δεκαετίες εργασίας και εισφορών. Οι νεότερες γενιές δικαιούνται μισθούς που επιτρέπουν ανεξαρτησία, δυνατότητα κατοικίας, οικογένεια, αποταμίευση και επαγγελματική εξέλιξη. Για να συνυπάρξουν αυτά τα δικαιώματα, η οικονομία πρέπει να παράγει αρκετή αξία. Η παραγωγικότητα είναι ο όρος που επιτρέπει στη μία γενιά να μη βιώνει την προστασία της άλλης ως δικό της αδιέξοδο.
Η στεγαστική δυσκολία των νέων αποκαλύπτει με ιδιαίτερη ένταση το πρόβλημα. Όταν οι μισθοί αυξάνονται αργά και το κόστος κατοικίας αυξάνεται ταχύτερα, η οικονομική αυτονομία καθυστερεί. Η δημιουργία οικογένειας αναβάλλεται. Η γεωγραφική κινητικότητα περιορίζεται. Η εργασία σε μεγάλα αστικά κέντρα γίνεται ακριβή. Η κοινωνική πολιτική για τη στέγη είναι απαραίτητη, αλλά δεν επαρκεί αν δεν συνοδεύεται από αύξηση των εισοδημάτων. Και η αύξηση των εισοδημάτων, για να είναι σταθερή, απαιτεί αύξηση παραγωγικότητας. Έτσι, η παραγωγικότητα συνδέεται ακόμη και με αποφάσεις ζωής που φαίνονται προσωπικές: πότε ένας νέος μπορεί να φύγει από το πατρικό σπίτι, να νοικιάσει, να αποκτήσει παιδί, να σχεδιάσει το μέλλον.
Το δημογραφικό ζήτημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με επιδόματα γέννησης ή φορολογικές ελαφρύνσεις. Αυτά μπορεί να βοηθούν, αλλά δεν απαντούν στο βαθύτερο ερώτημα της σταθερής προοπτικής. Οι άνθρωποι αποφασίζουν για τη ζωή τους μέσα σε περιβάλλον εισοδήματος, εργασιακής ασφάλειας, πρόσβασης σε στέγη, παιδικής φροντίδας, υγείας και εμπιστοσύνης στο μέλλον. Η παραγωγικότητα επηρεάζει όλα αυτά τα στοιχεία. Μια παραγωγικότερη οικονομία μπορεί να στηρίξει καλύτερους μισθούς, ποιοτικότερες υπηρεσίες φροντίδας, πιο σταθερό ασφαλιστικό και ευρύτερη κοινωνική ασφάλεια. Με αυτόν τον τρόπο, η παραγωγικότητα γίνεται μέρος της δημογραφικής πολιτικής, όχι με άμεσο αλλά με θεμελιώδη τρόπο.
Η μετανάστευση νέων και ειδικευμένων εργαζομένων συνδέεται επίσης με την παραγωγικότητα. Οι άνθρωποι δεν φεύγουν μόνο για υψηλότερο μισθό. Φεύγουν για περιβάλλοντα όπου η εργασία τους αξιοποιείται καλύτερα, όπου οι δεξιότητές τους αντιστοιχούν σε θέσεις υψηλής αξίας, όπου οι θεσμοί λειτουργούν προβλέψιμα και όπου η επαγγελματική εξέλιξη είναι πιο καθαρή. Αν η ελληνική οικονομία δεν δημιουργήσει τέτοιες θέσεις, η επιστροφή ανθρώπινου δυναμικού θα παραμείνει περιορισμένη. Η παραγωγικότητα, επομένως, συνδέεται με την ικανότητα της χώρας να κρατήσει και να επαναπροσελκύσει νέους ανθρώπους. Χωρίς παραγωγική αναβάθμιση, η κοινωνία επενδύει στην εκπαίδευση ανθρώπων που τελικά αποδίδουν σε άλλες οικονομίες.
Η διαγενεακή δικαιοσύνη απαιτεί και αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος. Οι νέοι δεν χρειάζονται μόνο πρόσβαση σε πτυχία. Χρειάζονται πρόσβαση σε δεξιότητες που οδηγούν σε παραγωγικές διαδρομές. Χρειάζονται τεχνική εκπαίδευση υψηλής ποιότητας, πανεπιστήμια συνδεδεμένα με έρευνα και παραγωγή, ψηφιακές δεξιότητες, επαγγελματικό προσανατολισμό, δυνατότητες πρακτικής εμπειρίας και διαρκή κατάρτιση. Αν η εκπαίδευση δεν συνδέεται με μια οικονομία που δημιουργεί θέσεις υψηλής αξίας, η υπόσχεση κοινωνικής ανόδου αποδυναμώνεται. Η παραγωγικότητα χρειάζεται δεξιότητες και οι δεξιότητες χρειάζονται παραγωγική ζήτηση. Η κοινωνία οφείλει να οργανώσει αυτή τη σύνδεση.
Η φροντίδα των ηλικιωμένων αποτελεί ακόμη μία πλευρά του ίδιου ζητήματος. Καθώς ο πληθυσμός γερνά, οι ανάγκες μακροχρόνιας φροντίδας αυξάνονται. Αν οι δημόσιες και κοινωνικές δομές δεν επαρκούν, το βάρος μεταφέρεται στις οικογένειες, συχνά στις γυναίκες, περιορίζοντας τη συμμετοχή τους στην εργασία και την επαγγελματική τους εξέλιξη. Η χαμηλή παραγωγικότητα, με έμμεσο τρόπο, ενισχύει έτσι ανισότητες φύλου και περιορίζει το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό. Αντίθετα, μια παραγωγικότερη οικονομία μπορεί να χρηματοδοτήσει καλύτερες δομές φροντίδας, να απελευθερώσει χρόνο εργασίας, να αυξήσει τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας και να στηρίξει πιο ισότιμη κατανομή οικογενειακών βαρών.
Η κοινωνική συνοχή σε γηράσκουσα χώρα απαιτεί διαφορετική αντίληψη του κοινωνικού κράτους. Το κράτος δεν μπορεί να λειτουργεί μόνο ως μηχανισμός μεταβιβάσεων από τους ενεργούς στους μη ενεργούς. Πρέπει να λειτουργεί ως μηχανισμός ενίσχυσης της παραγωγικής ικανότητας όλων: των νέων που χρειάζονται δεξιότητες και στέγη, των γονέων που χρειάζονται παιδική φροντίδα, των εργαζομένων μέσης ηλικίας που χρειάζονται επανακατάρτιση, των ηλικιωμένων που χρειάζονται αξιοπρεπή φροντίδα χωρίς να απορροφούν πλήρως την οικογενειακή ενέργεια των νεότερων. Η παραγωγικότητα αυξάνεται όταν το κοινωνικό κράτος επιτρέπει στους ανθρώπους να συμμετέχουν καλύτερα στην οικονομική και κοινωνική ζωή.
Η Ελλάδα χρειάζεται να δει το δημογραφικό, την παραγωγικότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη ως ενιαίο πρόβλημα. Αν αντιμετωπιστούν χωριστά, οι πολιτικές θα παραμείνουν αποσπασματικές. Δημογραφικά επιδόματα χωρίς καλές δουλειές δεν αρκούν. Μισθολογικές αυξήσεις χωρίς παραγωγικό υπόβαθρο δυσκολεύονται να διατηρηθούν. Συνταξιοδοτική προστασία χωρίς ισχυρή βάση εισφορών πιέζει τον προϋπολογισμό. Εκπαίδευση χωρίς παραγωγική απορρόφηση οδηγεί σε απογοήτευση. Η σύνδεση όλων αυτών περνά μέσα από την παραγωγικότητα: από την ικανότητα της χώρας να παράγει περισσότερη αξία και να τη μετατρέπει σε διαγενεακή ασφάλεια.
Το ζητούμενο δεν είναι να υποταχθεί η κοινωνική πολιτική στη λογική της οικονομικής αποδοτικότητας. Το ζητούμενο είναι να αποκτήσει η κοινωνική πολιτική το παραγωγικό υπόβαθρο που θα της επιτρέψει να είναι γενναιόδωρη, σταθερή και δίκαιη. Μια κοινωνία που γερνά χρειάζεται περισσότερη αλληλεγγύη, αλλά η αλληλεγγύη χρειάζεται πόρους. Οι πόροι χρειάζονται παραγωγικότητα. Η παραγωγικότητα χρειάζεται ανθρώπους που αισθάνονται ότι έχουν μέλλον. Αυτός είναι ο κύκλος που πρέπει να συγκροτηθεί.
Η διαγενεακή δικαιοσύνη θα κριθεί τελικά από το αν η Ελλάδα θα μπορέσει να προσφέρει στους νέους της λόγους παραμονής και στους μεγαλύτερους λόγους ασφάλειας χωρίς να φέρει τις δύο ανάγκες σε σύγκρουση. Αυτό δεν μπορεί να γίνει με οικονομία χαμηλής αξίας. Χρειάζεται παραγωγική βάση που να στηρίζει μισθούς, εισφορές, υπηρεσίες και κοινωνικές επενδύσεις. Η παραγωγικότητα είναι η γέφυρα ανάμεσα στη δικαιολογημένη ανάγκη προστασίας των μεγαλύτερων και στη δικαιολογημένη ανάγκη προοπτικής των νεότερων. Χωρίς αυτή τη γέφυρα, η κοινωνία θα διαχειρίζεται εντάσεις.
Πρόσφατα σχόλια