Η πολεμική αναμέτρηση με το Ιράν αποκάλυψε ότι η πολιτική κυριαρχία του Ντόναλντ Τραμπ δεν είχε συνοδευτεί από τη διαμόρφωση μιας ενιαίας και συνεκτικής θεωρίας εξωτερικής πολιτικής. Πίσω από την κοινή επίκληση του America First συνυπήρχαν, ήδη πριν από την έναρξη των επιχειρήσεων, διαφορετικές αντιλήψεις για τη φύση της αμερικανικής ισχύος, τη χρησιμότητα των υπερπόντιων δεσμεύσεων, τη σχέση στρατιωτικής υπεροχής και εθνικού συμφέροντος, καθώς και τα όρια της προεδρικής εξουσίας. Η σύγκρουση υποχρέωσε αυτά τα ρεύματα να εγκαταλείψουν τη δημιουργική ασάφεια που τους επέτρεπε να συνυπάρχουν μέσα στην ίδια πολιτική παράταξη. Όσο ο πόλεμος παρέμενε υποθετικό ενδεχόμενο, ήταν δυνατόν να συμφωνούν στη ρητορική της ισχύος. Όταν όμως απέκτησε πραγματικό δημοσιονομικό κόστος, χρονική διάρκεια, στρατιωτικές απώλειες και άμεσες συνέπειες για την οικονομία, η κοινή γλώσσα έπαψε να αποκρύπτει τις διαφορετικές στρατηγικές προτιμήσεις.
Η αμερικανική συντηρητική εξωτερική πολιτική δεν υπήρξε ιστορικά απομονωτική με ενιαίο ή συνεχή τρόπο. Από τον Ψυχρό Πόλεμο και μετά, σημαντικό μέρος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος ταύτισε την ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών με την παγκόσμια στρατιωτική υπεροχή, την ενεργή διατήρηση ενός εκτεταμένου δικτύου βάσεων και συμμαχιών και την αποτροπή της ανάδυσης περιφερειακών δυνάμεων ικανών να περιορίσουν την ελευθερία κινήσεων της Ουάσιγκτον. Η αντίληψη αυτή, την οποία μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ρεπουμπλικανικό διεθνισμό ή συντηρητικό παρεμβατισμό, αντιμετωπίζει την αμερικανική ηγεμονία όχι ως κόστος που πρέπει να περιοριστεί, αλλά ως κεντρικό δημόσιο αγαθό της διεθνούς τάξης. Για τους φορείς της, η στρατιωτική αποτροπή αποτυγχάνει όταν οι απειλές δεν συνοδεύονται από πειστική δυνατότητα χρήσης βίας. Η άρνηση απάντησης σε επιθέσεις κατά αμερικανικών δυνάμεων, θαλάσσιων οδών ή κρίσιμων υποδομών θα υπονόμευε, σύμφωνα με αυτή τη λογική, όχι μόνο τη θέση των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή αλλά και την αξιοπιστία των δεσμεύσεών τους σε ολόκληρο το διεθνές σύστημα.
Το ρεύμα αυτό υποστηρίζει συνήθως ότι το βασικό πρόβλημα ενός πολέμου δεν είναι η έναρξή του αλλά η ανεπαρκής χρήση ισχύος. Η στρατηγική του προτίμηση είναι η ταχεία και συντριπτική υπεροχή, με στόχο να στερηθεί ο αντίπαλος τη δυνατότητα αποτελεσματικής απάντησης και να υποχρεωθεί να αποδεχθεί τους αμερικανικούς όρους. Η αποτυχία της εκστρατείας ερμηνεύεται έτσι κυρίως ως προϊόν επιχειρησιακού περιορισμού ή πολιτικής διστακτικότητας. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η αντίληψη τείνει να συγχέει την ικανότητα καταστροφής στρατιωτικών στόχων με την ικανότητα παραγωγής σταθερού πολιτικού αποτελέσματος. Η αεροπορική και ναυτική υπεροχή μπορεί να αποδυναμώνει τον αντίπαλο, δεν καθορίζει όμως από μόνη της τους όρους υπό τους οποίους θα αποδεχθεί μια συμφωνία, ούτε εξασφαλίζει ότι οι καταστραμμένες δυνατότητες δεν θα ανασυγκροτηθούν. Η έλλειψη σαφούς θεωρίας πολιτικής νίκης είναι ακριβώς το σημείο στο οποίο οι παρεμβατιστές δέχονται την ισχυρότερη κριτική από τις υπόλοιπες ρεπουμπλικανικές τάσεις.
Διακριτό από τον παραδοσιακό διεθνισμό είναι το ρεύμα του εθνικιστικού παρεμβατισμού, το οποίο διαμορφώθηκε μέσα στην τραμπική παράταξη. Οι φορείς του δεν απορρίπτουν τη στρατιωτική βία και συχνά υποστηρίζουν εξαιρετικά σκληρά αντίποινα. Απορρίπτουν, όμως, τη μακροχρόνια κατοχή, την ανοικοδόμηση ξένων κρατών, τις πολυετείς επιχειρήσεις σταθεροποίησης και την ιδέα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν γενική αποστολή μετασχηματισμού άλλων κοινωνιών. Ο ιδανικός πόλεμος, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, είναι σύντομος, τιμωρητικός και αποφασιστικός. Επιβάλλει δυσανάλογο κόστος στον αντίπαλο, αποκαθιστά την αποτροπή και ολοκληρώνεται προτού μετατραπεί σε ανοικτή πολιτική δέσμευση.
Η ελκυστικότητα αυτής της θέσης βρίσκεται στην υπόσχεση συμφιλίωσης δύο φαινομενικά αντίθετων προσανατολισμών: της απόρριψης των «ατελείωτων πολέμων» και της επιθυμίας επίδειξης αδιαμφισβήτητης αμερικανικής ισχύος. Η αντίφαση εμφανίζεται όταν ο αντίπαλος δεν υποχωρεί ύστερα από τον πρώτο κύκλο πληγμάτων. Τότε, ο εθνικιστής παρεμβατιστής βρίσκεται αντιμέτωπος με τρεις επιλογές, καθεμία από τις οποίες υπονομεύει μέρος της αρχικής του θεωρίας: να κλιμακώσει περαιτέρω, αυξάνοντας τη διάρκεια και το κόστος· να αποδεχθεί έναν περιορισμένο συμβιβασμό, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί ανεπαρκής· ή να τερματίσει μονομερώς τις επιχειρήσεις χωρίς να έχουν εκπληρωθεί οι διακηρυγμένοι στόχοι. Η πολεμική εμπειρία του 2026 αποκάλυψε ακριβώς ότι η στρατιωτική αποφασιστικότητα δεν προσφέρει αυτομάτως πολιτικό μηχανισμό εξόδου.
Η τρίτη ρεπουμπλικανική τάση είναι η περιοριστική, libertarian και συνταγματική Δεξιά. Δεν αντιμετωπίζει το ιρανικό κράτος ως αθώο ούτε αρνείται κατ’ αρχήν το δικαίωμα αυτοάμυνας. Η βασική της ένσταση αφορά την πεποίθηση ότι η εκτελεστική εξουσία δεν πρέπει να διαθέτει ουσιαστικά απεριόριστη δυνατότητα έναρξης και παράτασης πολέμων. Ο πόλεμος, σύμφωνα με αυτή τη σχολή, δεν είναι μόνο εξωτερική χρήση ισχύος· αποτελεί μηχανισμό εσωτερικής διεύρυνσης του κράτους, επειδή αυξάνει τις απόρρητες εξουσίες, ενισχύει τη δημόσια επιτήρηση, παράγει νέα δημοσιονομικά βάρη και μεταφέρει αποφασιστικές αρμοδιότητες από το Κογκρέσο στην προεδρία. Η απαίτηση προηγούμενης νομοθετικής εξουσιοδότησης συνδέεται επομένως τόσο με την εξωτερική αυτοσυγκράτηση όσο και με την προστασία της συνταγματικής τάξης.
Η συγκεκριμένη τάση απέκτησε απτή κοινοβουλευτική έκφραση. Στις αρχές Ιουνίου, τέσσερις Ρεπουμπλικανοί της Βουλής —οι Tom Barrett, Warren Davidson, Brian Fitzpatrick και Thomas Massie— συντάχθηκαν με τους Δημοκρατικούς υπέρ ψηφίσματος που ζητούσε την απομάκρυνση των αμερικανικών δυνάμεων από μη εξουσιοδοτημένες εχθροπραξίες. Αργότερα, στη Γερουσία, οι Susan Collins, Rand Paul, Bill Cassidy και Lisa Murkowski ψήφισαν υπέρ αντίστοιχης πρωτοβουλίας, η οποία εγκρίθηκε με 50 ψήφους έναντι 48. Η κοινοβουλευτική μειοψηφία ήταν αριθμητικά μικρή, αλλά πολιτικά σημαντική, επειδή συνένωσε libertarian επικριτές, μετριοπαθείς θεσμικούς και συντηρητικούς που αμφισβητούσαν την έλλειψη καθορισμένης στρατηγικής εξόδου.
Η σημασία αυτής της απόκλισης δεν πρέπει να υπερεκτιμηθεί. Οι περισσότεροι Ρεπουμπλικανοί εξακολούθησαν να υποστηρίζουν τον πρόεδρο και να θεωρούν ότι η δημόσια αμφισβήτηση της στρατιωτικής πολιτικής αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική θέση των Ηνωμένων Πολιτειών. Ωστόσο, η ύπαρξη ακόμη και περιορισμένης κοινοβουλευτικής ανταρσίας αποκάλυψε ότι η προσωπική κομματική πειθαρχία δεν είχε εξαλείψει πλήρως την αντίληψη περί θεσμικής αυτονομίας του Κογκρέσου. Η σύγκρουση δεν ήταν μόνο αντιπαράθεση για το Ιράν. Αφορούσε το αν οι Ρεπουμπλικανοί νομοθέτες αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους ως αυτοτελές συνταγματικό σώμα ή ως προέκταση της προεδρικής πολιτικής.
Η τέταρτη τάση είναι ο δημοσιονομικός συντηρητισμός. Η αντίθεσή της δεν είναι κατ’ ανάγκην αντιπολεμική. Πολλοί δημοσιονομικοί συντηρητικοί αποδέχονται την ανάγκη στρατιωτικής ισχύος, αλλά απαιτούν τεκμηριωμένη κοστολόγηση, καθορισμένες προτεραιότητες και έλεγχο των συμπληρωματικών πιστώσεων. Η κυβερνητική αίτηση για επιπλέον 87,6 δισεκατομμύρια δολάρια, από τα οποία 67,15 δισεκατομμύρια προορίζονταν για στρατιωτικές ανάγκες, αναπλήρωση αποθεμάτων και επιχειρησιακή ετοιμότητα, μετέτρεψε την αφηρημένη συζήτηση σε συγκεκριμένο πρόβλημα δημοσιονομικής επιλογής. Η χρηματοδότηση δεν μπορούσε πλέον να εμφανίζεται ως αυτόματη τεχνική συνέπεια των επιχειρήσεων. Απαιτούσε από το Κογκρέσο να αποφασίσει εάν θα διαθέσει δεκάδες δισεκατομμύρια επιπλέον σε μια σύγκρουση που το ίδιο είχε μόλις επιχειρήσει να περιορίσει.
Η δημοσιονομική κριτική αποκτά ιδιαίτερο βάρος μέσα στο ρεπουμπλικανικό πρόγραμμα. Η παράταξη επιδιώκει ταυτόχρονα φορολογικές μειώσεις, αυστηρό περιορισμό κοινωνικών δαπανών, ενίσχυση της φύλαξης των συνόρων, επέκταση της αμυντικής βιομηχανικής βάσης και διατήρηση παγκόσμιας στρατιωτικής υπεροχής. Οι στόχοι αυτοί δεν μπορούν να χρηματοδοτούνται επ’ αόριστον χωρίς αύξηση του ελλείμματος ή μεταφορά πόρων από άλλες πολιτικές. Η πολεμική πίστωση καθιστά ορατή μια αντίφαση που σε κανονικές συνθήκες μπορεί να αποκρύπτεται μέσα στον συνολικό ομοσπονδιακό προϋπολογισμό: ο δημοσιονομικός συντηρητισμός παύει συχνά να λειτουργεί ως γενική αρχή όταν η δαπάνη χαρακτηρίζεται αμυντική.
Πέρα από τις τέσσερις αυτές τάσεις υπάρχει μια πέμπτη, περισσότερο πολιτική παρά ιδεολογική: ο προσωποκεντρικός τραμπισμός. Για μεγάλο τμήμα των αιρετών Ρεπουμπλικανών, η θέση απέναντι στον πόλεμο δεν διαμορφώνεται από σταθερή στρατηγική θεωρία, αλλά από την ανάγκη διατήρησης σχέσης εμπιστοσύνης με τον πρόεδρο και την εκλογική του βάση. Η ίδια πολιτική που θα καταγγελλόταν ως υπερβολικά παρεμβατική υπό διαφορετική κυβέρνηση μπορεί να παρουσιάζεται ως αναγκαία επίδειξη ισχύος όταν την εφαρμόζει ο Τραμπ. Αντίστροφα, μια συμφωνία που θα χαρακτηριζόταν ανεπαρκής υπό άλλον πρόεδρο μπορεί να υποστηριχθεί ως απόδειξη προσωπικής διαπραγματευτικής ικανότητας.
Αυτή η εξάρτηση από την προεδρική ταυτότητα εξηγεί γιατί οι ρεπουμπλικανικές διαιρέσεις δεν μεταφράζονται εύκολα σε οργανωμένη εσωκομματική αντιπολίτευση. Οι νομοθέτες γνωρίζουν ότι η εκλογική τους επιβίωση μπορεί να κριθεί στις προκριματικές εκλογές, όπου η ταύτιση με τον πρόεδρο έχει μεγαλύτερη σημασία από τις λεπτές διαφορές στρατηγικής. Η προεδρική επίθεση εναντίον των διαφωνούντων ως «αντιπατριωτών» ή ως πολιτικών που δυσχεραίνουν τις διαπραγματεύσεις αυξάνει το κόστος της απόκλισης. Μετά την ψήφιση των ψηφισμάτων περί πολεμικών εξουσιών, ο Τραμπ επέκρινε δημόσια τους Ρεπουμπλικανούς που συντάχθηκαν με τους Δημοκρατικούς, ενώ η ένταση κορυφώθηκε σε αντιπαράθεσή του με τον γερουσιαστή Bill Cassidy.
Η κοινή γνώμη περιπλέκει περαιτέρω την εσωκομματική εξίσωση. Τον Μάρτιο, το 69% των Ρεπουμπλικανών και όσων έκλιναν προς το κόμμα ενέκρινε τον χειρισμό της σύγκρουσης από τον πρόεδρο. Η συνολική αυτή εικόνα έκρυβε σημαντικές αποκλίσεις: μεταξύ των αυτοπροσδιοριζόμενων Ρεπουμπλικανών η έγκριση έφθανε το 79%, ενώ μεταξύ των ανεξάρτητων που έτειναν προς το κόμμα περιοριζόταν στο 52%. Η ηλικιακή διαφορά ήταν επίσης έντονη. Το 84% των Ρεπουμπλικανών άνω των 65 ετών ενέκρινε την πολιτική, έναντι μόλις 49% στις ηλικίες 18–29. Η διαίρεση δεν ήταν επομένως μόνο ιδεολογική ή ελίτ. Αντανακλούσε διαφορετικές κοινωνικές εμπειρίες, γενεακές μνήμες και αντιλήψεις για τη διεθνή θέση της χώρας.
Οι νεότεροι συντηρητικοί έχουν πολιτικοποιηθεί σε περιβάλλον διαφορετικό από εκείνο των γενεών που διαμορφώθηκαν στον Ψυχρό Πόλεμο. Αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερη καχυποψία τους θεσμούς εθνικής ασφάλειας, βιώνουν εντονότερα το κόστος στέγασης, την επισφάλεια και το δημόσιο χρέος και είναι λιγότερο πρόθυμοι να θεωρούν κάθε διεθνή αναμέτρηση ως δοκιμασία της αμερικανικής αξιοπιστίας. Η δυσπιστία αυτή δεν συνεπάγεται φιλελεύθερο διεθνισμό ή αντιμιλιταρισμό. Συχνά συνδυάζεται με σκληρό εθνικισμό, αντίθεση στη μετανάστευση και πολιτισμικό συντηρητισμό. Μετατοπίζει όμως την προτεραιότητα από τη διατήρηση μιας αφηρημένης παγκόσμιας τάξης προς την άμεση σχέση κόστους και εθνικού οφέλους.
Το οικονομικό κόστος λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στις διαφορετικές εσωκομματικές ενστάσεις. Περίπου επτά στους δέκα Αμερικανούς δήλωναν την άνοιξη ότι ανησυχούσαν για την αύξηση των τιμών των καυσίμων, ενώ ακόμη και μεταξύ των Ρεπουμπλικανών το ποσοστό ανησυχίας έφθανε το 59%. Οι Ρεπουμπλικανοί που ανησυχούσαν έντονα για τις τιμές εμφάνιζαν αισθητά μικρότερη εμπιστοσύνη στην ικανότητα του προέδρου να χειριστεί τη σύγκρουση από εκείνους που δεν θεωρούσαν το οικονομικό κόστος σημαντικό. Τον Ιούλιο, το 79% του συνόλου των ερωτηθέντων ανέμενε μακρά εμπλοκή, το 60% προέβλεπε επιδείνωση των τιμών της βενζίνης και μόνο το 37% ενέκρινε τα στρατιωτικά πλήγματα.
Το κρίσιμο σημείο σύγκρουσης αφορά, εντούτοις, τον ίδιο τον σκοπό του πολέμου. Η κυβέρνηση έχει διατυπώσει πολλαπλούς στόχους: προστασία των αμερικανικών δυνάμεων, ελεύθερη ναυσιπλοΐα, αποδυνάμωση πυραυλικών και θαλάσσιων δυνατοτήτων, περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος και αλλαγή της περιφερειακής συμπεριφοράς του Ιράν. Οι στόχοι αυτοί δεν είναι απλώς διαφορετικές διατυπώσεις της ίδιας πολιτικής. Απαιτούν διαφορετικά μέσα, διαφορετική διάρκεια και διαφορετικό κριτήριο επιτυχίας. Η προστασία της ναυσιπλοΐας μπορεί να επιτευχθεί με συγκεκριμένη συμφωνία επιτήρησης και αποκλιμάκωσης. Η μακροχρόνια αποδυνάμωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων απαιτεί επαναλαμβανόμενα πλήγματα ή μόνιμη απειλή χρήσης βίας. Ο έλεγχος του πυρηνικού προγράμματος προϋποθέτει επιθεωρήσεις, επαληθεύσιμους περιορισμούς και πολιτική συμφωνία. Η αλλαγή της συνολικής συμπεριφοράς ενός κράτους είναι ακόμη ευρύτερος στόχος, ο οποίος δύσκολα επιτυγχάνεται μόνο με αεροπορική ισχύ.
Η ασάφεια αυτή επιτρέπει στην κυβέρνηση να παρουσιάζει κάθε στρατιωτική ενέργεια ως αναγκαία για έναν από τους στόχους, αλλά δυσχεραίνει τον προσδιορισμό της στιγμής κατά την οποία ο πόλεμος μπορεί να θεωρηθεί ολοκληρωμένος. Τον Απρίλιο, σχεδόν οι μισοί Αμερικανοί δήλωναν ότι οι κυβερνητικοί στόχοι ήταν ελάχιστα ή καθόλου σαφείς, ενώ μόνο το 24% τους θεωρούσε ιδιαίτερα σαφείς. Μόλις το 22% εμφανιζόταν πολύ ή εξαιρετικά βέβαιο ότι η κυβέρνηση θα επιτύχει τους σκοπούς της. Η έλλειψη καθαρού στόχου δεν αποτελεί επικοινωνιακή ατέλεια· είναι ουσιαστικό στρατηγικό πρόβλημα, επειδή εμποδίζει τη σύνδεση των χρησιμοποιούμενων μέσων με μια συγκεκριμένη πολιτική κατάληξη.
Ακριβώς εδώ τέμνονται οι διαφορετικές ρεπουμπλικανικές κριτικές. Οι παρεμβατιστές ζητούν περισσότερη ισχύ επειδή θεωρούν ότι ο περιορισμός παρατείνει τον πόλεμο. Οι εθνικιστές περιορισμένης ισχύος απαιτούν ταχεία συμφωνία πριν η σύγκρουση μετατραπεί σε νέα μόνιμη δέσμευση. Οι libertarians ζητούν κοινοβουλευτική εξουσιοδότηση και συνταγματικά όρια. Οι δημοσιονομικοί συντηρητικοί απαιτούν κοστολόγηση και ιεράρχηση. Οι νεότεροι ψηφοφόροι αμφισβητούν το κατά πόσον ο πόλεμος ανταποκρίνεται στις εσωτερικές τους προτεραιότητες. Η κοινή ρίζα της αμφισβήτησης δεν είναι η συμφωνία για το τι πρέπει να γίνει, αλλά η αδυναμία της κυβέρνησης να εξηγήσει με πειστικό τρόπο ποιο αποτέλεσμα θα δικαιολογούσε τη διάρκεια και το κόστος της επιχείρησης.
Η εσωτερική αυτή κρίση δεν θα οδηγήσει αναγκαστικά στη διάσπαση του κόμματος. Το αμερικανικό εκλογικό σύστημα, η ισχύς της προεδρικής βάσης και η πολωμένη αντιπαράθεση με τους Δημοκρατικούς ευνοούν τη διατήρηση των διαφορετικών τάσεων κάτω από κοινή οργανωτική στέγη. Οι διαφωνούντες είναι πιθανότερο να εκφράζουν την αντίθεσή τους μέσω διαδικαστικών απαιτήσεων, περιορισμών χρηματοδότησης ή αιτημάτων εξόδου παρά μέσω συνολικής αποστασιοποίησης από τον Τραμπ. Ωστόσο, η σύγκρουση δημιουργεί ένα ιδεολογικό προηγούμενο για τη μετατραμπική Δεξιά: το κόμμα θα κληθεί να αποφασίσει εάν το America First σημαίνει αμερικανική στρατιωτική υπεροχή χωρίς μακροχρόνιες κατοχές ή ουσιαστική μείωση των υπερπόντιων δεσμεύσεων.
Η απάντηση θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το αποτέλεσμα του πολέμου. Μια συμφωνία που θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως σαφής και μετρήσιμη επιτυχία θα επέτρεπε στον πρόεδρο να υποστηρίξει ότι συνδύασε αποφασιστική ισχύ με αποφυγή μιας ατελείωτης εκστρατείας. Ένας παρατεταμένος πόλεμος, χωρίς σαφή νίκη και με αυξανόμενο οικονομικό κόστος, θα μετατρέψει τις σημερινές επιμέρους αντιρρήσεις σε βαθύτερη αναμέτρηση για την ταυτότητα του κόμματος. Η ουσιαστική διαίρεση δεν βρίσκεται ανάμεσα σε «φιλοπόλεμους» και «ειρηνιστές». Βρίσκεται ανάμεσα σε αντίπαλες θεωρίες για το τι αποτελεί εθνικό συμφέρον, ποιος έχει δικαίωμα να αποφασίζει τον πόλεμο και ποια μορφή ισχύος μπορεί να διατηρηθεί χωρίς να υπονομεύσει τη δημοσιονομική και συνταγματική βάση της ίδιας της αμερικανικής πολιτείας.
Πρόσφατα σχόλια