Υπάρχουν στιγμές στην πορεία μιας οικονομίας όπου η σημασία των αριθμών δεν βρίσκεται τόσο στο απόλυτο μέγεθός τους όσο στη θεσμική τους ερμηνεία. Η ελληνική περίπτωση των τελευταίων ημερών είναι ακριβώς μια τέτοια στιγμή. Το ουσιώδες δεν είναι μόνο ότι το πρωτογενές πλεόνασμα αποδείχθηκε υψηλοτερο από τον αρχικό δημοσιονομικό σχεδιασμό, αλλά ότι αυτή η υπεραπόδοση υποχρεώνει το κράτος να ορίσει εκ νέου τη σχέση του με την κοινωνία: όχι πλέον αποκλειστικά ως μηχανισμό δημοσιονομικής αυτοσυγκράτησης, αλλά και ως φορέα επιλεκτικής επιστροφής μέρους της βελτίωσης στους πολίτες που φέρουν μεγαλύτερο βάρος προσαρμογής.
Η θεσμική σημασία αυτού του γεγονότος είναι μεγαλύτερη απ’ όσο συχνά αναγνωρίζεται. Για μεγάλο μέρος της μεταπολιτευτικής και ιδίως της μεταμνημονιακής περιόδου, η ελληνική οικονομική πολιτική προσδιοριζόταν σχεδόν αποκλειστικά από τη λογική της αποφυγής αστάθειας. Το ζητούμενο ήταν να μην εκτροχιαστεί ο προϋπολογισμός, να μην ανατραπεί η πρόσβαση στις αγορές, να μη διαρραγεί η αξιοπιστία απέναντι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Σήμερα, χωρίς να έχουν εξαφανιστεί οι περιορισμοί, παρατηρείται κάτι διαφορετικό: η δυνατότητα να συζητείται όχι μόνο η τήρηση των κανόνων, αλλά και η πολιτική χρήση του πλεονάζοντος χώρου. Αυτή είναι ουσιώδης μετατόπιση. Δείχνει ότι η χώρα δεν βρίσκεται πλέον μόνο στη φάση της αμυντικής συμμόρφωσης, αλλά αρχίζει να εισέρχεται σε μια φάση επιλεκτικής δημοσιονομικής κυριαρχίας, έστω περιορισμένης. Το κρίσιμο, βέβαια, είναι ότι η κυριαρχία αυτή παραμένει μερική και εξαρτημένη από εξωτερικές δεσμεύσεις, γεγονός που εξηγεί γιατί το σύνολο της υπεραπόδοσης δεν μπορεί να μετατραπεί αυτομάτως σε παροχές. Αυτό δεν συνιστά αδυναμία· συνιστά τη συνθήκη εντός της οποίας οφείλει να λειτουργεί η πολιτική σοβαρότητα.
Από εδώ ακριβώς προκύπτει και η βαθύτερη πολιτική λογική του παρόντος πακέτου. Η κυβέρνηση δεν επιχειρεί να «μοιράσει» το πλεόνασμα ως να πρόκειται για δημοσιονομικό πλεόνασμα χωρίς κόστος συνέχειας. Επιχειρεί να το κωδικοποιήσει πολιτικά ως ελεγχόμενο κοινωνικό μέρισμα σταθερότητας. Οι πρόσφατες επίσημες ανακοινώσεις του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών επιβεβαιώνουν αυτή τη στρατηγική: παράταση της επιδότησης diesel, ενίσχυση για λιπάσματα, αυξημένη ετήσια ενίσχυση για συνταξιούχους, επιστροφή ενοικίου με διευρυμένα όρια, έκτακτη ενίσχυση για παιδιά, καθώς και παρεμβάσεις για ιδιωτικό χρέος και ρυθμίσεις οφειλών. Η δομή του πακέτου φανερώνει ότι ο στόχος δεν είναι μια αδιάκριτη διάχυση πόρων, αλλά η επιλεκτική ενίσχυση εκείνων των σημείων όπου το πολιτικό σύστημα αντιλαμβάνεται τη μεγαλύτερη φθορά κοινωνικής αντοχής.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το σημείο στο οποίο η παρούσα στρατηγική αποκτά ιδιαίτερο θεωρητικό ενδιαφέρον. Η κυβέρνηση φαίνεται να υιοθετεί ένα υπόδειγμα δημοσιονομικής κοινωνικής πολιτικής που δεν είναι ούτε καθαρά φιλελεύθερο ούτε κλασικά αναδιανεμητικό με την παλαιά έννοια. Είναι περισσότερο ένα υπόδειγμα διορθωτικής σταθεροποίησης. Το κράτος δεν επιδιώκει να μεταβάλει συνολικά τη δομή των αγορών ούτε να οικοδομήσει άμεσα ένα εκτεταμένο νέο κοινωνικό κράτος· επιδιώκει να παρεμβαίνει σε κομβικά σημεία πίεσης ώστε να αποτρέπεται η διάβρωση της κοινωνικής ισορροπίας. Πρόκειται για μια μέθοδο διακυβέρνησης που έχει σαφή πλεονεκτήματα: υψηλή πολιτική ευελιξία, δυνατότητα γρήγορης προσαρμογής, περιορισμένο δημοσιονομικό κόστος, συμβατότητα με το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Έχει όμως και εγγενή όρια. Διότι όσο τα μέτρα παραμένουν αποσπασματικά, τόσο η κοινωνική προστασία εξαρτάται από τη συγκυρία και όχι από σταθερούς θεσμούς. Αυτό το στοιχείο δεν ακυρώνει την τρέχουσα πολιτική. Την τοποθετεί, όμως, στο ακριβές της μέγεθος.
Η σημασία της συγκεκριμένης παρέμβασης γίνεται ακόμη πιο ευδιάκριτη αν ιδωθεί υπό το πρίσμα της πολιτικής νομιμοποίησης. Σε περιόδους υψηλού πληθωρισμού και αυξημένου κόστους ζωής, η κοινωνία δεν αξιολογεί τα πλεονάσματα ως αφηρημένη ένδειξη επιτυχίας. Τα αξιολογεί σε σχέση με το αν βελτιώνεται η καθημερινή της ασφάλεια. Γι’ αυτό και η απόφαση να μετατραπεί ένα μέρος της υπεραπόδοσης σε συγκεκριμένα μέτρα έχει συμβολική σημασία μεγαλύτερη από το καθαυτό ποσό. Δημιουργεί τη γέφυρα ανάμεσα στην τεχνοκρατική επίδοση και στην κοινωνική πρόσληψη αυτής της επίδοσης. Αλλιώς διατυπωμένο, επιχειρεί να αποτρέψει την εντύπωση ότι η σταθερότητα είναι ένα πειθαρχικό καθεστώς που απαιτεί θυσίες χωρίς ανταπόδοση. Το αν αυτή η γέφυρα επαρκεί είναι άλλο ζήτημα. Το γεγονός όμως ότι οικοδομείται, έστω μερικώς, είναι πολιτικά κρίσιμο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το παρόν μείγμα μέτρων αρκεί για να μετατρέψει τη δημοσιονομική πρόοδο σε νέα μορφή κοινωνικού συμβολαίου. Εάν κάτι αποκαλύπτει η σημερινή συγκυρία, είναι ακριβώς το αντίστροφο: ότι όσο βελτιώνεται η θέση των δημόσιων οικονομικών, τόσο πιο καθαρά διακρίνονται οι τομείς στους οποίους η κοινωνική προστασία παραμένει θεσμικά ατελής. Η στήριξη στους συνταξιούχους αναγνωρίζει ότι η ηλικιακή ευαλωτότητα έχει επανέλθει ως μείζον κοινωνικό ζήτημα. Η ενίσχυση των ενοικιαστών αναγνωρίζει ότι η κατοικία έχει εξελιχθεί σε κεντρικό μηχανισμό ανισότητας. Οι οικογένειες με παιδιά δεν χρειάζονται απλώς βοήθημα, αλλά συνολικότερη υποδομή οικογενειακής πολιτικής. Οι οφειλέτες δεν χρειάζονται απλώς νέες ρυθμίσεις, αλλά πιο ώριμη αρχιτεκτονική δεύτερης ευκαιρίας. Δηλαδή, η ίδια η δομή των μέτρων δείχνει ότι το κράτος αναγνωρίζει πλέον σωστά το πρόβλημα, αλλά δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει την πιο μόνιμη απάντησή του.
Η Ελλάδα δείχνει σήμερα ότι μπορεί να συνδυάζει καλύτερη δημοσιονομική επίδοση με περιορισμένη κοινωνική ανταπόδοση. Αυτό είναι σημαντικό βήμα. Δεν είναι ακόμη πλήρης κοινωνική μετατόπιση. Αλλά είναι ενδεχομένως η πιο καθαρή ένδειξη ότι η οικονομική πολιτική της χώρας επιχειρεί να περάσει από το στάδιο της μονοδιάστατης σταθεροποίησης στο στάδιο μιας πιο σύνθετης ισορροπίας, όπου η αξιοπιστία δεν αντιστρατεύεται αυτόματα την κοινωνική μέριμνα, αλλά συνιστά την αναγκαία προϋπόθεσή της
Πρόσφατα σχόλια