Το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών δεν λειτουργεί στην αμερικανική δημόσια κουλτούρα μόνο ως νομικό κείμενο. Λειτουργεί ως πολιτικό ιερό κείμενο: ως σύμβολο ίδρυσης, ως αντικείμενο συλλογικού σεβασμού, ως πηγή εθνικής ταυτότητας, ως τελικός κανόνας πολιτικής νομιμότητας και ως κοινή γλώσσα μέσα από την οποία αντίπαλες παρατάξεις διεκδικούν το νόημα της Αμερικής. Η ιερότητα αυτή δεν είναι θρησκευτική με αυστηρή έννοια. Είναι πολιτική. Το Σύνταγμα αντιμετωπίζεται ως κείμενο που υπερβαίνει τη συνηθισμένη νομοθεσία και ενσαρκώνει την ίδια την υπόσχεση της αμερικανικής ελευθερίας. Τα National Archives το παρουσιάζουν μαζί με τη Διακήρυξη και το Bill of Rights ως ένα από τα «Charters of Freedom», δηλαδή ως θεμελιακό κείμενο του αμερικανικού πολιτικού πολιτισμού.

Η συνταγματική λατρεία των ΗΠΑ έχει ιστορική εξήγηση. Σε αντίθεση με κράτη που συγκροτήθηκαν γύρω από εθνοτική ομοιογένεια, βασιλική δυναστεία, αρχαία κρατική συνέχεια ή κοινή θρησκεία, οι Ηνωμένες Πολιτείες συγκροτήθηκαν σε μεγάλο βαθμό γύρω από πολιτικό κείμενο και ιδρυτικό αφήγημα. Η Αμερική ως έθνος αυτοκατανοείται μέσα από μια σειρά αρχών: ελευθερία, αυτοκυβέρνηση, περιορισμένη εξουσία, δικαιώματα, αντιπροσώπευση, ατομική πρωτοβουλία, διάκριση εξουσιών. Το Σύνταγμα δεν είναι απλώς ο οργανωτικός χάρτης αυτών των αρχών. Είναι η υλική και συμβολική τους ενσάρκωση. Γι’ αυτό οι πολιτικές συγκρούσεις στις ΗΠΑ συχνά διατυπώνονται ως συγκρούσεις για το «αληθινό» νόημα του Συντάγματος.

Η διαφορά ανάμεσα στο Σύνταγμα και στο Bill of Rights είναι αποφασιστική για αυτή την πολιτική ταυτότητα. Το αρχικό Σύνταγμα του 1787 οργάνωσε την εξουσία, τον φεντεραλισμό, την προεδρία, το Κογκρέσο, τη δικαστική εξουσία και τις σχέσεις πολιτειών-ομοσπονδίας. Το Bill of Rights, δηλαδή οι πρώτες δέκα τροπολογίες που επικυρώθηκαν το 1791, προσέδωσε ισχυρότερη εμπιστοσύνη στους πολίτες ότι η νέα κυβέρνηση θα περιοριζόταν από ρητές εγγυήσεις ελευθεριών. Τα National Archives σημειώνουν ότι η επικύρωση του Συντάγματος ενισχύθηκε από την υπόσχεση προσθήκης Bill of Rights και ότι οι πρώτες δέκα τροπολογίες περιλαμβάνουν πολλές από τις πιο πολύτιμες αμερικανικές ελευθερίες. Η αμερικανική συνταγματική ταυτότητα, επομένως, στηρίζεται ταυτόχρονα στην οργάνωση της εξουσίας και στην καχυποψία απέναντι στην εξουσία.

Η ιεροποίηση του Συντάγματος έχει θετική λειτουργία. Δημιουργεί ένα κοινό σημείο αναφοράς σε μια κοινωνία βαθιά πολυφωνική, μεταναστευτική, φυλετικά σύνθετη, θρησκευτικά πλουραλιστική και γεωγραφικά εκτεταμένη. Όταν οι πολίτες διαφωνούν σχεδόν για τα πάντα, μπορούν ακόμη να διαφωνούν μέσα από τη γλώσσα του Συντάγματος. Αυτό προσφέρει θεσμική συνέχεια. Το Σύνταγμα επιτρέπει στην πολιτική σύγκρουση να εμφανίζεται όχι ως εμφύλιος ανταγωνισμός ομάδων, αλλά ως αντιπαράθεση ερμηνειών μιας κοινής πολιτικής κληρονομιάς. Η συνταγματική πίστη λειτουργεί έτσι ως μορφή πολιτικής συγκόλλησης. Δεν εξαφανίζει τη σύγκρουση, αλλά της δίνει κοινό λεξιλόγιο.

Ταυτόχρονα, η συνταγματική λατρεία έχει και επικίνδυνες πλευρές. Όταν ένα κείμενο 18ου αιώνα αντιμετωπίζεται ως σχεδόν ιερό, η πολιτική κοινότητα μπορεί να δυσκολευτεί να το μεταρρυθμίσει. Η ίδια η δυσκολία τροποποίησης του αμερικανικού Συντάγματος ενισχύει την τάση μεταφοράς πολιτικών συγκρούσεων στη δικαστική ερμηνεία. Αν η κοινωνία δεν μπορεί εύκολα να αλλάξει το κείμενο, μάχεται για το νόημά του. Έτσι, το Ανώτατο Δικαστήριο αποκτά τεράστια σημασία, οι διορισμοί δικαστών γίνονται μάχες πολιτισμικής κατεύθυνσης και η συνταγματική ερμηνεία μετατρέπεται σε υποκατάστατο συνταγματικής αναθεώρησης. Η ιερότητα του κειμένου ενισχύει το κύρος του, αλλά μπορεί και να παγιδεύει τη δημοκρατία σε ερμηνευτικούς πολέμους.

Η σχέση των Αμερικανών με τους Founding Fathers ενισχύει αυτή τη διάσταση. Οι ιδρυτές δεν αντιμετωπίζονται μόνο ως ιστορικά πρόσωπα, με αντιφάσεις, συμφέροντα, συγκρούσεις και περιορισμούς. Συχνά λειτουργούν ως σχεδόν κανονιστικές αυθεντίες. Τι πίστευε ο Madison; Τι εννοούσε ο Hamilton; Πώς πρέπει να διαβαστεί η πρόθεση των ιδρυτών; Αυτά τα ερωτήματα έχουν πραγματική νομική και πολιτική σημασία, ιδιαίτερα σε ερμηνευτικές σχολές που δίνουν βάρος στο αρχικό νόημα του Συντάγματος. Όμως η υπερβολική προσκόλληση στους ιδρυτές μπορεί να παράγει μια παράδοξη μορφή δημοκρατικού συντηρητισμού: μια σύγχρονη κοινωνία αναζητά νομιμότητα στην υποτιθέμενη αυθεντία μιας γενιάς που έζησε σε εντελώς διαφορετικές κοινωνικές, τεχνολογικές και πολιτικές συνθήκες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η συνταγματική συνέχεια είναι πρόβλημα από μόνη της. Αντιθέτως, η ανθεκτικότητα του αμερικανικού Συντάγματος είναι εντυπωσιακή. Το ίδιο κείμενο επέζησε εμφυλίου πολέμου, εδαφικής επέκτασης, βιομηχανικής επανάστασης, παγκόσμιων πολέμων, κοινωνικών κινημάτων, τεχνολογικών μεταβολών και βαθιάς πολιτικής πόλωσης. Η δύναμή του βρίσκεται στο ότι είναι αρκετά σταθερό ώστε να δημιουργεί συνέχεια και αρκετά ανοιχτό ώστε να επιδέχεται ερμηνεία. Έννοιες όπως ελευθερία λόγου, ίση προστασία, δέουσα διαδικασία, ομοσπονδιακή εξουσία και ατομικά δικαιώματα απέκτησαν νέα περιεχόμενα μέσα από την ιστορία. Το Σύνταγμα είναι ιερό όχι επειδή έμεινε αναλλοίωτο στην πράξη, αλλά επειδή μπόρεσε να λειτουργήσει ως διαρκές πεδίο επανανοηματοδότησης.

Συμπερασματικά, το Σύνταγμα των ΗΠΑ είναι ιερό κείμενο πολιτικής ταυτότητας επειδή στην αμερικανική εμπειρία το έθνος συγκροτείται όχι μόνο γύρω από κοινό αίμα, γλώσσα ή καταγωγή, αλλά γύρω από ένα συνταγματικό αφήγημα ελευθερίας. Η συνταγματική λατρεία δημιουργεί ενότητα, συνέχεια και κοινή πολιτική γλώσσα. Παράλληλα, μπορεί να προκαλέσει δυσκαμψία, ερμηνευτική πόλωση και σχεδόν θεολογική αναζήτηση αυθεντικού νοήματος. Στα 250 χρόνια της αμερικανικής ανεξαρτησίας, το Σύνταγμα παραμένει το πιο ισχυρό σύμβολο της αμερικανικής δημοκρατίας: όχι επειδή συμφωνούν όλοι για το νόημά του, αλλά επειδή όλοι σχεδόν θεωρούν αναγκαίο να διεκδικήσουν τη δική τους Αμερική μέσα από αυτό.