Η πρώιμη αμερικανική φαντασία δεν έβλεπε τον ιδανικό πολίτη ως εργάτη σε εργοστάσιο ή υπάλληλο μεγάλης εταιρείας, αλλά ως άνθρωπο που κατέχει γη, εργάζεται σχετικά αυτόνομα, συντηρεί την οικογένειά του και συμμετέχει στην πολιτική χωρίς να εξαρτάται από αριστοκρατικές ή κρατικές ιεραρχίες. Αυτή η αγροτική δημοκρατική ιδεολογία συνδέθηκε ιδιαίτερα με την εικόνα του μικρού παραγωγού και με την υπόσχεση ότι η Αμερική, λόγω έκτασης και γης, μπορούσε να αποφύγει τα ευρωπαϊκά άκρα της αριστοκρατίας από τη μία και του εξαθλιωμένου βιομηχανικού προλεταριάτου από την άλλη. Η ιστορία όμως κινήθηκε αλλιώς. Μέσα σε έναν αιώνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες μετατράπηκαν από αγροτική δημοκρατία εποίκων σε βιομηχανικό γίγαντα, και από εκεί σε παγκόσμια οικονομική υπερδύναμη.
Η μετάβαση αυτή δεν ήταν αυθόρμητη έκρηξη αγοράς χωρίς κράτος. Ήταν αποτέλεσμα τεράστιας αλληλεπίδρασης γης, εργασίας, τεχνολογίας, μετανάστευσης, χρηματοδότησης, κρατικών υποδομών, νομικών θεσμών και βίας επέκτασης. Η δυτική επέκταση παρείχε γη και πρώτες ύλες. Οι σιδηρόδρομοι ένωσαν αγορές, μείωσαν αποστάσεις και δημιούργησαν εθνική οικονομία. Η μετανάστευση πρόσφερε εργατικά χέρια. Το κράτος παραχώρησε γη, δάνεια, νομικά προνόμια και προστασία τίτλων. Η τεχνολογία επέτρεψε μαζική παραγωγή και επικοινωνία. Η Library of Congress συνοψίζει την αμερικανική βιομηχανική μετάβαση σημειώνοντας ότι μετά τον Εμφύλιο οι ΗΠΑ αναδείχθηκαν σε βιομηχανικό γίγαντα, με επέκταση παλαιών κλάδων και ανάδυση νέων, όπως η διύλιση πετρελαίου, ο χάλυβας και η ηλεκτρική ενέργεια, ενώ οι σιδηρόδρομοι συνέδεσαν ακόμη και απομακρυσμένες περιοχές με την εθνική αγορά.
Οι σιδηρόδρομοι υπήρξαν η κρίσιμη υποδομή αυτής της μετάβασης. Ήταν μηχανισμός εθνικής ενοποίησης, αγοράς, εποικισμού, εταιρικής οργάνωσης και χρηματοπιστωτικής ανάπτυξης. Ο Pacific Railway Act του 1862 παρείχε ομοσπονδιακές επιδοτήσεις σε γη και δάνεια για την κατασκευή διηπειρωτικού σιδηροδρόμου. Η ολοκλήρωση του πρώτου διηπειρωτικού σιδηροδρόμου το 1869 αποτέλεσε κομβικό γεγονός, διευκολύνοντας τη μεταφορά ανθρώπων, πρώτων υλών και προϊόντων. Η αμερικανική αγορά έγινε πραγματικά εθνική όταν η γη, η εργασία, το κεφάλαιο και η παραγωγή μπορούσαν να κινηθούν σε ηπειρωτική κλίμακα. Η γεωγραφία της Αμερικής έπαψε να είναι εμπόδιο και μετατράπηκε σε πλεονέκτημα.
Η βιομηχανική άνοδος δημιούργησε νέες μορφές οικονομικής ισχύος. Πετρέλαιο, χάλυβας, σιδηρόδρομοι, ηλεκτρική ενέργεια, μηχανουργία, κλωστοϋφαντουργία, χρηματοπιστωτικές αγορές και αργότερα αυτοκινητοβιομηχανία συγκρότησαν μια οικονομία πολύ διαφορετική από την αγροτική δημοκρατία των ιδρυτικών χρόνων. Η μεγάλη εταιρεία, το trust, ο βιομηχανικός καπιταλιστής και ο μισθωτός εργάτης έγιναν κεντρικά πρόσωπα της αμερικανικής κοινωνίας. Η ελευθερία πλέον δεν μπορούσε να νοηθεί μόνο ως ανεξαρτησία του γαιοκτήμονα. Έπρεπε να αναμετρηθεί με τη μισθωτή εξάρτηση, την εργασιακή πειθαρχία, την αστική φτώχεια, τη συγκέντρωση κεφαλαίου και τη δύναμη των εταιρειών. Η βιομηχανική Αμερική παρήγαγε πλούτο πρωτοφανή, αλλά και νέες μορφές κοινωνικής ανισότητας.
Το εργατικό ζήτημα αποκάλυψε αυτή την αντίφαση. Η μηχανοποίηση και η εργοστασιακή παραγωγή αύξησαν την ανάγκη οργάνωσης των εργατών, ενώ οι απεργίες και οι στάσεις εργασίας στα τέλη του 19ου αιώνα ανέδειξαν τις συγκρούσεις γύρω από μισθούς, ώρες, ασφάλεια και συνθήκες εργασίας. Η Library of Congress σημειώνει ότι η μηχανοποίηση και η εργοστασιακή παραγωγή έκαναν πιο ελκυστική την εργατική οργάνωση, παρότι τα συνδικάτα της εποχής δυσκολεύονταν να οργανώσουν μαζικά τους εργαζομένους. Αυτό έχει θεωρητική σημασία: ο αμερικανικός καπιταλισμός παρήγαγε μια κοινωνία που συνέχιζε να μιλά τη γλώσσα της ατομικής ελευθερίας, αλλά στην πράξη πολλοί εργαζόμενοι ζούσαν μέσα σε σχέσεις εξάρτησης από εργοδότες, βιομηχανικούς ρυθμούς και ασταθείς αγορές εργασίας. Η ελευθερία της αγοράς δεν ισοδυναμούσε πάντοτε με κοινωνική ελευθερία.
Η βιομηχανική μετάβαση άλλαξε και τη σχέση κράτους-αγοράς. Ο αμερικανικός μύθος επιμένει συχνά στην ιδέα ότι οι ΗΠΑ έγιναν ισχυρές χάρη στην ελεύθερη επιχειρηματικότητα και στο μικρό κράτος. Αυτό είναι μόνο μισή αλήθεια. Η επιχειρηματικότητα υπήρξε πράγματι σημαντική, αλλά η κρατική δράση υπήρξε καθοριστική: παραχώρηση γης, επιδοτήσεις σιδηροδρόμων, προστασία ιδιοκτησίας, δασμολογική πολιτική, δικαστική προστασία εταιρικών δικαιωμάτων, ομοσπονδιακή επέκταση, στρατιωτική ασφάλεια, νομική ενοποίηση αγοράς. Η αμερικανική αγορά δεν προϋπήρχε απλώς του κράτους. Κατασκευάστηκε μέσα από κρατικές και θεσμικές αποφάσεις. Η ιδιομορφία των ΗΠΑ δεν ήταν απουσία κράτους, αλλά συχνά αόρατη κρατική υποστήριξη μιας κοινωνίας που ιδεολογικά προτιμούσε να αφηγείται τον εαυτό της ως αυτοδημιούργητη.
Ο 20ός αιώνας μετέτρεψε την Αμερική σε βιομηχανική υπερδύναμη. Η μαζική παραγωγή, η αυτοκινητοβιομηχανία, η επιστημονική οργάνωση εργασίας, η ηλεκτροδότηση, οι χρηματοπιστωτικές αγορές, η εσωτερική κατανάλωση και αργότερα η πολεμική βιομηχανική κινητοποίηση έδωσαν στις ΗΠΑ κλίμακα που λίγες κοινωνίες μπορούσαν να ανταγωνιστούν. Η Μεγάλη Ύφεση όμως αποκάλυψε τα όρια της ανεξέλεγκτης αγοράς. Η Federal Reserve History χαρακτηρίζει τη Μεγάλη Ύφεση ως τη μακρύτερη και βαθύτερη κάμψη στην ιστορία των ΗΠΑ και της σύγχρονης βιομηχανικής οικονομίας, με μεγάλη πτώση βιομηχανικής παραγωγής, εκτίναξη ανεργίας και σοβαρές κοινωνικές συνέπειες. Το New Deal δεν κατάργησε τον αμερικανικό καπιταλισμό· τον αναδιοργάνωσε. Έκανε σαφές ότι η βιομηχανική δημοκρατία δεν μπορούσε να επιβιώσει μόνο με αγορά, αλλά χρειαζόταν κοινωνική ασφάλιση, τραπεζική ρύθμιση, δημόσιες επενδύσεις, εργασιακή προστασία και κρατική ικανότητα σταθεροποίησης.
Η παγκόσμια ισχύς των ΗΠΑ μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στηρίχθηκε ακριβώς σε αυτή τη σύνθεση βιομηχανίας, κράτους, τεχνολογίας και αγοράς. Η Αμερική δεν έγινε υπερδύναμη μόνο επειδή είχε επιχειρηματίες ή φυσικούς πόρους. Έγινε υπερδύναμη επειδή μπόρεσε να συνδυάσει παραγωγική κλίμακα, επιστημονική και τεχνολογική καινοτομία, πανεπιστήμια, στρατιωτική έρευνα, δολαριακή ηγεμονία, καταναλωτική αγορά, υποδομές και θεσμική σταθερότητα. Η αγροτική δημοκρατία των μικρών ιδιοκτητών δεν εξαφανίστηκε από την αμερικανική φαντασία, αλλά η υλική βάση της χώρας είχε μετατραπεί σε βιομηχανικό-εταιρικό σύμπλεγμα με παγκόσμια εμβέλεια.
Το παράδοξο είναι ότι η Αμερική εξακολούθησε να αυτοκατανοείται μέσα από γλώσσα ατομικής πρωτοβουλίας ενώ η πραγματική της ισχύς στηρίχθηκε σε τεράστιες συλλογικές υποδομές. Ο δρόμος από τον Jeffersonian αγρότη στον Fordist εργάτη, από το homestead στο εργοστάσιο, από το τοπικό κατάστημα στην πολυεθνική εταιρεία, από τη σιδηροδρομική γραμμή στο στρατιωτικοβιομηχανικό και τεχνολογικό σύμπλεγμα, είναι η ιστορία μιας δημοκρατίας που μεγάλωσε τόσο πολύ ώστε η παλιά γλώσσα της μικρής ιδιοκτησίας δεν αρκούσε πια για να περιγράψει την πραγματικότητά της. Και όμως, αυτή η γλώσσα δεν εξαφανίστηκε. Συνέχισε να νομιμοποιεί την αγορά, την επιχειρηματικότητα, την κοινωνική κινητικότητα και την καχυποψία απέναντι στο κράτος, ακόμη και όταν το ίδιο το κράτος είχε γίνει αναγκαίο για τη λειτουργία της βιομηχανικής οικονομίας.
Ο αμερικανικός καπιταλισμός είναι ιστορία μετάβασης από την ιδιοκτησιακή ανεξαρτησία στη βιομηχανική αλληλεξάρτηση. Η Αμερική ξεκίνησε με ιδεώδες τον ανεξάρτητο παραγωγό και κατέληξε να κυριαρχεί στον κόσμο μέσω εταιρειών, εργοστασίων, σιδηροδρόμων, χρηματοπιστωτικών θεσμών, τεχνολογίας και κρατικής ισχύος. Η μετάβαση αυτή παρήγαγε πλούτο, ισχύ και καινοτομία, αλλά και ανισότητα, εργατικές συγκρούσεις, περιβαλλοντικό κόστος και συγκέντρωση οικονομικής δύναμης. Δεν υπήρξε ποτέ απλώς ελεύθερη αγορά. Υπήρξε πολιτικό καθεστώς παραγωγής ισχύος, όπου ιδιοκτησία, κράτος, εργασία, τεχνολογία και επέκταση συνδέθηκαν σε ένα από τα πιο ισχυρά οικονομικά συστήματα της ιστορίας.
Πρόσφατα σχόλια