Η συζήτηση για την κοινή ευρωπαϊκή άμυνα δεν είναι καινούρια, αλλά η τρέχουσα διεθνής συγκυρία την καθιστά πιο επίκαιρη από ποτέ. Οι αυξανόμενες γεωπολιτικές προκλήσεις, από τον πόλεμο στην Ουκρανία μέχρι την αστάθεια στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, αναγκάζουν την Ευρωπαϊκή Ένωση να αναστοχαστεί τον ρόλο της ως αυτόνομος παράγοντας ασφάλειας. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα εμφανίζεται να διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο, όχι μόνο λόγω της γεωγραφικής της θέσης στο νοτιοανατολικό άκρο της ΕΕ, αλλά και εξαιτίας της σταθερής στρατηγικής της επιλογής να είναι αξιόπιστος εταίρος και σύμμαχος. Οι δηλώσεις του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, ότι «χώρες που απειλούν την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορούν να συμμετέχουν σε σχήματα ευρωπαϊκής άμυνας», έστειλαν σαφές μήνυμα τόσο στις Βρυξέλλες όσο και στην Άγκυρα. Η Ελλάδα επιδιώκει να διασφαλίσει ότι κάθε μελλοντικό σχήμα ευρωπαϊκής άμυνας θα στηρίζεται στον σεβασμό του διεθνούς δικαίου και της εδαφικής ακεραιότητας των κρατών-μελών.
Η ελληνική στάση απέναντι στην Τουρκία παραμένει σταθερή. Παρά τις προσπάθειες επαναπροσέγγισης που κατά καιρούς γίνονται, η Άγκυρα εξακολουθεί να προκαλεί με παραβιάσεις στο Αιγαίο, αμφισβητήσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων και παρεμβάσεις στην κυπριακή ΑΟΖ. Η συμμετοχή της Τουρκίας σε ευρωπαϊκές αμυντικές πρωτοβουλίες, χωρίς προηγουμένως να έχει αποδείξει έμπρακτο σεβασμό στις ευρωπαϊκές αρχές, θα μπορούσε να θεωρηθεί αντιφατική και να αποδυναμώσει την αξιοπιστία του εγχειρήματος. Η Ελλάδα, υποστηριζόμενη από συμμάχους όπως η Γαλλία, τάσσεται υπέρ μιας ισχυρής και αυτόνομης ευρωπαϊκής άμυνας, που δεν θα εξαρτάται αποκλειστικά από το ΝΑΤΟ και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η έννοια της «στρατηγικής αυτονομίας» έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία για την ΕΕ, και η Αθήνα θεωρεί ότι μπορεί να παίξει καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής. Η συμμετοχή της σε προγράμματα όπως η PESCO, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας και η στενή αμυντική συνεργασία με χώρες-κλειδιά ενισχύουν τη διαπραγματευτική της θέση. Η πρόταση Μητσοτάκη για αύξηση της κοινής ευρωπαϊκής χρηματοδότησης για την άμυνα, επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες όπως τα drones και τα συστήματα κυβερνοάμυνας, καθώς και η δημιουργία ευρωπαϊκών δυνάμεων ταχείας αντίδρασης, βρίσκουν όλο και μεγαλύτερη απήχηση. Η αμυντική βιομηχανία της Ελλάδας, με σωστή στρατηγική, μπορεί να επωφεληθεί σημαντικά, προσελκύοντας επενδύσεις και τεχνογνωσία.
Για την Αθήνα, η ευρωπαϊκή άμυνα δεν είναι μόνο θέμα ασφάλειας, αλλά και εργαλείο άσκησης πίεσης. Μέσα από θεσμικά κανάλια μπορεί να ενισχύσει τις θέσεις της απέναντι στην Τουρκία, να επιδιώξει κοινές ευρωπαϊκές ασκήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο και να αναβαθμίσει τον ρόλο της στην περιφερειακή σταθερότητα. Η μείωση της αποκλειστικής εξάρτησης από το ΝΑΤΟ, όπου η Τουρκία παραμένει μέλος με δικαίωμα βέτο, αποτελεί επιπλέον κίνητρο.
Ωστόσο, η συμμετοχή σε ένα ενιαίο σύστημα ευρωπαϊκής άμυνας συνεπάγεται και ευθύνες. Η Ελλάδα θα πρέπει να διασφαλίσει ότι η συνεισφορά της είναι επαρκής, τόσο σε οικονομικό όσο και σε επιχειρησιακό επίπεδο. Η ισορροπία ανάμεσα στην αποτροπή και στη συνεργασία είναι λεπτή. Υπερβολική έμφαση στην αντιπαράθεση με την Τουρκία μπορεί να θεωρηθεί ότι εργαλειοποιεί την ευρωπαϊκή ατζέντα, ενώ υπερβολική μετριοπάθεια μπορεί να εκληφθεί ως αδυναμία.
Συνολικά, η Ελλάδα έχει την ευκαιρία να καθιερωθεί ως η φωνή της Ανατολικής Μεσογείου στην ευρωπαϊκή άμυνα, επηρεάζοντας τις αποφάσεις που θα καθορίσουν το μέλλον της ασφάλειας στην ήπειρο. Η επιτυχία αυτής της στρατηγικής θα εξαρτηθεί από τη συνέπεια στις θέσεις της, τη διατήρηση συμμαχιών και την ικανότητα να προσαρμόζεται σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη γεωπολιτική πραγματικότητα.
.
Πρόσφατα σχόλια