Η μετάβαση από την «κανονιστική Ευρώπη» στη «γεωπολιτική Ευρώπη» δεν συντελείται κυρίως στο επίπεδο της ρητορικής, αλλά στο σημείο όπου η ήπειρος αντιλαμβάνεται ότι χωρίς αμυντική ικανότητα η κυριαρχία της παραμένει ατελής, ακόμη και αν διαθέτει οικονομικό μέγεθος, εσωτερική αγορά και ισχυρό ρυθμιστικό αποτύπωμα. Το Readiness 2030 και ο σχετικός οδικός χάρτης συνιστούν ακριβώς αυτή τη μετατόπιση: από τη γενική πολιτική πρόθεση στη συγκεκριμένη αναζήτηση επιχειρησιακής και θεσμικής επάρκειας έως το τέλος της δεκαετίας.

Η κυριαρχία, υπό τις σημερινές συνθήκες, δεν μπορεί να νοηθεί αποκλειστικά ως νομική ιδιότητα των κρατών ή ως άθροισμα εθνικών αρμοδιοτήτων. Αφορά την ικανότητα ενός πολιτικού χώρου να παίρνει αποφάσεις χωρίς να παραμένει δομικά εξαρτημένος από εξωτερικές εγγυήσεις σε κρίσιμα ζητήματα επιβίωσης. Η Ευρώπη έχει υπάρξει επί μακρόν οικονομικά ισχυρή αλλά στρατηγικά μερική. Η στρατιωτική προστασία, η πληροφοριακή υπεροχή, η πυρηνική τελική εγγύηση και μεγάλο τμήμα της επιχειρησιακής επιμελητείας παρέμεναν ενταγμένα σε ένα σύστημα του οποίου ο πυρήνας βρισκόταν εκτός της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή η πραγματικότητα δεν εξαφανίζεται αλλά αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως πολιτικό πρόβλημα και όχι ως φυσικός νόμος της μεταπολεμικής τάξης. Η συμφωνημένη προσπάθεια ΕΕ και ΝΑΤΟ να ενισχύσουν περαιτέρω τη μεταξύ τους σχέση δείχνει ακριβώς ότι οι Βρυξέλλες επιδιώκουν όχι ρήξη με τη Συμμαχία, αλλά αναβάθμιση του δικού τους βάρους μέσα σε αυτήν.

 Για δεκαετίες, η ευρωπαϊκή οικοδόμηση στηρίχθηκε σε τομείς όπου η αλληλεξάρτηση μπορούσε να οργανωθεί μέσω δικαίου, αγοράς, κανόνων και οικονομικής διακυβέρνησης. Η άμυνα, αντιθέτως, αφορά στο σημείο στο οποίο η πολιτική ένωση συναντά τα όριά της, επειδή προϋποθέτει όχι μόνο κοινά συμφέροντα αλλά και κοινή αποδοχή κινδύνου. Από αυτή την άποψη, η ευρωπαϊκή στροφή στην άμυνα είναι και μια δοκιμασία του κατά πόσον η Ευρώπη μπορεί να παράγει πολιτική ενότητα υπό συνθήκες στρατηγικής πίεσης. Αν η ήπειρος κατορθώσει να οικοδομήσει μηχανισμούς κοινής ετοιμότητας, συντονισμένης παραγωγής, επαρκούς κινητικότητας και ανθεκτικών υποδομών, τότε η κυριαρχία της θα πάψει να είναι κυρίως κανονιστική και θα αποκτήσει υλικό περιεχόμενο.

Η ουσία του ζητήματος έγκειται τελικά στο ότι η κυριαρχία δεν διακηρύσσεται, αλλά επιτελείται. Επιτελείται μέσα από τη δυνατότητα να παραχθούν συστήματα, να χρηματοδοτηθούν ταχύτατα επενδύσεις, να προστατευθούν εναέριοι και θαλάσσιοι χώροι, να διασφαλισθούν επικοινωνίες, να κινητοποιηθούν κοινωνίες και να υποστηριχθούν συμμαχικές υποχρεώσεις χωρίς διαρκή φόβο πολιτικής παράλυσης. Η Ευρώπη δεν έχει ακόμη επιλύσει τις αντιφάσεις της, αλλά αρχίζει να αναγνωρίζει ότι η στρατηγική της ενηλικίωση δεν είναι ιδεολογική φιλοδοξία. Είναι όρος διατήρησης της πολιτικής της αυτονομίας σε ένα διεθνές περιβάλλον ολοένα πιο απαιτητικό.