Η συνάντηση της Αλάσκας επανέφερε στο προσκήνιο το ερώτημα για το κατά πόσο μια πολιτική κατευνασμού μπορεί να αποδώσει αποτελέσματα στη σύγχρονη διεθνή σκηνή, και ειδικότερα απέναντι σε μια προσωπικότητα όπως ο Βλαντίμιρ Πούτιν. Η παρούσα συγκυρία, με τον πόλεμο στην Ουκρανία να έχει παγιώσει νέα δεδομένα στην Ανατολική Ευρώπη, με την ενεργειακή εξάρτηση να συνεχίζει να απασχολεί την Ευρώπη, και με τις Ηνωμένες Πολιτείες να επιχειρούν ταυτόχρονα την αναχαίτιση της Κίνας στον Ινδο-Ειρηνικό, δημιουργεί ένα πλαίσιο όπου η επιλογή της Δύσης να ακολουθήσει μια πιο ήπια προσέγγιση έναντι της Μόσχας αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Ωστόσο, η ιστορική εμπειρία, η πολιτική κουλτούρα της Ρωσίας και η προσωπική στρατηγική του Πούτιν δείχνουν πως ο κατευνασμός σπανίως οδηγεί σε ουσιαστικό περιορισμό των αναθεωρητικών επιδιώξεων, και αντιθέτως μπορεί να ενισχύσει την αυτοπεποίθηση του Κρεμλίνου.
Ο Πούτιν είναι ο αρχιτέκτονας ενός αφηγήματος που συνδέει το μέλλον της Ρωσίας με την αποκατάσταση της χαμένης ισχύος της. Η στρατηγική του βασίζεται στη μετατροπή της Ρωσίας σε αυτόνομο πόλο ισχύος σε ένα πολυπολικό διεθνές σύστημα. Το αφήγημά του προβάλλει την αντίσταση στη Δύση όχι μόνο ως αναγκαία πολιτική στάση αλλά και ως στοιχείο της εθνικής ταυτότητας. Εντός αυτού του πλαισίου, οι παραχωρήσεις της Δύσης δεν ερμηνεύονται ως ένδειξη διάθεσης συνεννόησης, αλλά ως σημάδια αδυναμίας. Η ρωσική πολιτική κουλτούρα αντιμετωπίζει την παγκόσμια πολιτική ως σφαίρα συνεχούς ανταγωνισμού ισχύος και όχι ως πεδίο ισότιμων συναλλαγών. Έτσι, κάθε μορφή κατευνασμού καταλήγει να ενισχύει την πεποίθηση ότι η Ρωσία βρίσκεται σε ανοδική πορεία, ενώ η Δύση προσπαθεί να αποφύγει την αντιπαράθεση.
Η συνάντηση στην Αλάσκα ανέδειξε αυτήν την απόκλιση αντίληψης με σαφήνεια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατήρησαν έναν τόνο μετριοπάθειας, επιχειρώντας να δημιουργήσουν γέφυρες επικοινωνίας, ενώ ταυτόχρονα δεν παρέλειψαν να επισημάνουν ζητήματα όπως η καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και οι περιορισμοί της πολιτικής ελευθερίας στη Ρωσία. Όμως, η απουσία νέων μηχανισμών πίεσης ή συγκεκριμένων «κόκκινων γραμμών» περιόρισε την αποτελεσματικότητα του μηνύματος. Από την πλευρά της, η Μόσχα εκμεταλλεύτηκε το γεγονός αυτό για να παρουσιάσει τη συνάντηση στο εσωτερικό της ως ένδειξη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνωρίζουν την ισχύ και τον ρόλο της Ρωσίας. Στο επίπεδο των διεθνών συμβολισμών, η Ρωσία απέσπασε περισσότερα από όσα παραχώρησε.
Η θεωρία των διεθνών σχέσεων φωτίζει επαρκώς αυτές τις δυναμικές. Ο ρεαλισμός υπενθυμίζει ότι τα κράτη και ιδίως οι αναθεωρητικές δυνάμεις ανταποκρίνονται πρωτίστως σε ισορροπίες ισχύος. Η αποτροπή –η πειστική απειλή ότι η παραβίαση κανόνων θα επιφέρει κόστος– αποτελεί το βασικό εργαλείο περιορισμού μιας δύναμης όπως η Ρωσία. Όταν απουσιάζει, οι συμβολικές χειρονομίες αποκλιμάκωσης εκλαμβάνονται ως αδυναμία. Η ιστορική εμπειρία της Γεωργίας το 2008, της Κριμαίας το 2014 και της ρωσικής επέμβασης στη Συρία το 2015 καταδεικνύει πως κάθε φορά που η Δύση απέφυγε την άμεση και σκληρή αντίδραση, ο Πούτιν αξιοποίησε τον χώρο για να εδραιώσει τη θέση του. Αντί να μετριάσει την αναθεωρητική στρατηγική, ο κατευνασμός τροφοδότησε την πεποίθηση ότι η Δύση δεν διαθέτει τη βούληση να υπερασπιστεί ενεργά τα συμφέροντά της.
Από την οπτική του φιλελευθερισμού, η ένταξη της Ρωσίας σε διεθνείς θεσμούς ή η συμμετοχή της σε πολυμερή fora θα μπορούσε να είχε περιορίσει την επιθετική της στάση. Ωστόσο, η πραγματικότητα έδειξε πως οι θεσμοί δεν αρκούν για να δαμάσουν μια δύναμη που αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως πολιτισμικά διακριτό και ιστορικά αδικημένο δρώντα. Ο κονστρουκτιβισμός, εστιάζοντας στην ταυτότητα και τις αφηγήσεις, μας βοηθά να κατανοήσουμε γιατί το Κρεμλίνο επιμένει στη ρητορική περί περικύκλωσης και αντίστασης. Σε αυτή τη συνθήκη, ο κατευνασμός όχι μόνο αποτυγχάνει να μεταβάλλει τις ρωσικές αντιλήψεις, αλλά και τις ενισχύει, καθώς επιβεβαιώνει την αφήγηση περί ανθεκτικότητας της Ρωσίας έναντι μιας Δύσης που «υποχωρεί».
Το σημερινό πολυπολικό διεθνές περιβάλλον καθιστά τον κατευνασμό ακόμη πιο προβληματικό. Η Ρωσία επιδιώκει να εμφανιστεί, μαζί με την Κίνα, ως εναλλακτικός πόλος στην παγκόσμια διακυβέρνηση, προβάλλοντας την ιδέα ότι ο κόσμος δεν μπορεί πλέον να λειτουργεί υπό την ηγεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών. Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε συμβολική παραχώρηση εκ μέρους της Δύσης δεν περιορίζεται στη ρωσική περίπτωση, αλλά ερμηνεύεται διεθνώς ως ένδειξη αδυναμίας του δυτικού στρατοπέδου. Παίκτες όπως η Τεχεράνη, η Άγκυρα ή ακόμη και κράτη του Κόλπου και της Αφρικής παρακολουθούν προσεκτικά και προσαρμόζουν τη στάση τους αναλόγως. Ο κατευνασμός, επομένως, μπορεί να δημιουργήσει αλυσιδωτές γεωπολιτικές συνέπειες που ξεπερνούν κατά πολύ τη διμερή διάσταση ΗΠΑ-Ρωσίας.
Η εσωτερική διάσταση είναι επίσης κομβική. Ο Πούτιν αντλεί τη νομιμοποίησή του όχι μόνο από την καταστολή της αντιπολίτευσης αλλά και από την οικοδόμηση ενός εθνικού αφηγήματος που θεμελιώνεται στην ιδέα της αντίστασης απέναντι στις δυτικές πιέσεις. Κάθε φορά που αποσπά παραχωρήσεις χωρίς ουσιαστικό κόστος, ενισχύει την εικόνα του ισχυρού ηγέτη που αναγκάζει τους αντιπάλους του να σεβαστούν τη Ρωσία. Αντί, λοιπόν, ο κατευνασμός να τον ωθήσει σε μετριοπάθεια, του προσφέρει το πολιτικό καύσιμο για να διατηρεί το καθεστώς του σταθερό και ενισχυμένο.
Συνολικά, η πολιτική κατευνασμού που επιχειρείται μετά τη συνάντηση της Αλάσκας δεν δείχνει ικανή να περιορίσει τον Βλαντίμιρ Πούτιν. Η φύση της ρωσικής στρατηγικής, η δυναμική του πολυπολικού συστήματος, οι ανάγκες εσωτερικής νομιμοποίησης του Κρεμλίνου και η απουσία σαφών μηχανισμών αποτροπής καθιστούν την πολιτική αυτή περισσότερο εργαλείο αυταπάτης παρά σταθεροποίησης. Αντί να κατευνάζει τις ρωσικές φιλοδοξίες, τις ενισχύει. Η Δύση, αν θέλει πραγματικά να επιτύχει μια ισορροπία με τη Ρωσία, οφείλει να συνδυάσει την πρόθεση για διάλογο με πειστικούς όρους ισχύος και σαφείς γραμμές που δεν μπορούν να παραβιαστούν χωρίς συνέπειες. Μόνο τότε μπορεί να υπάρξει προοπτική σταθερότητας. Διαφορετικά, ο κατευνασμός θα παραμένει μια στρατηγική που, αντί να περιορίζει, τελικά ενδυναμώνει τον Πούτιν και υπονομεύει την αξιοπιστία της Δύσης στο σύνολό της.
Πρόσφατα σχόλια