Η στρατηγική λογική της αμερικανοϊρανικής προσέγγισης δεν βασίζεται στην εξάλειψη της αντιπαλότητας, αλλά στην αναγνώριση των ορίων της. Η Ουάσιγκτον δεν μπορεί εύκολα να επιβάλει πλήρη στρατηγική ήττα στην Τεχεράνη χωρίς τεράστιο στρατιωτικό, οικονομικό και περιφερειακό κόστος. Η Τεχεράνη, από την άλλη, δεν μπορεί να αναγκάσει τις Ηνωμένες Πολιτείες να αποχωρήσουν πλήρως από τη Μέση Ανατολή ούτε να καταστήσει το πυρηνικό, ναυτικό και περιφερειακό της πρόγραμμα απρόσβλητο από εξωτερική πίεση. Η συμφωνία, επομένως, δεν γεννιέται από αμοιβαία εμπιστοσύνη. Γεννιέται από αμοιβαία επίγνωση κόστους. Όταν η συνέχιση της αντιπαράθεσης απειλεί να παραγάγει περισσότερες απώλειες από όσα οφέλη μπορεί να αποφέρει, η ελεγχόμενη συνύπαρξη γίνεται όχι ιδεολογική επιλογή, αλλά στρατηγική αναγκαιότητα.
Η ελεγχόμενη συνύπαρξη είναι διαφορετική από την κανονικοποίηση. Η κανονικοποίηση προϋποθέτει, έστω μερικώς, αναγνώριση συμβατότητας συμφερόντων, σταθερούς διπλωματικούς διαύλους, προβλέψιμη συνεργασία και ένα ελάχιστο επίπεδο πολιτικής αποδοχής. Η ελεγχόμενη συνύπαρξη είναι πιο σκληρή και πιο περιορισμένη. Τα μέρη παραμένουν αντίπαλοι, αλλά συμφωνούν σε κανόνες που εμποδίζουν τη σύγκρουση να περάσει ένα καταστροφικό όριο. Δεν χρειάζεται να συμφωνούν για τη φύση του περιφερειακού συστήματος. Δεν χρειάζεται να αναγνωρίζουν ως νόμιμες όλες τις στρατηγικές επιδιώξεις του άλλου. Αρκεί να συμφωνούν ότι ο πλήρης εκτροχιασμός —στο Ορμούζ, στο πυρηνικό πεδίο ή στα περιφερειακά μέτωπα— θα ήταν υπερβολικά δαπανηρός.
Από αμερικανική πλευρά, η προσέγγιση αντανακλά τη δυσκολία της στρατηγικής υπερέκτασης. Η Ουάσιγκτον παραμένει η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη, αλλά η στρατιωτική ισχύς δεν παράγει αυτομάτως πολιτική διευθέτηση. Η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών στη Μέση Ανατολή έχει δείξει ότι η υπεροχή σε μέσα δεν ισοδυναμεί με ικανότητα ελέγχου όλων των συνεπειών. Μια πλήρης σύγκρουση με το Ιράν θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει τον Κόλπο, να πλήξει την παγκόσμια ενέργεια, να ενεργοποιήσει δίκτυα πληρεξουσίων, να εκθέσει αμερικανικές βάσεις και συμμάχους, να ενισχύσει αντιδυτικές δυναμικές και να απορροφήσει στρατηγική προσοχή που οι ΗΠΑ χρειάζονται και σε άλλα μέτωπα. Η συμφωνία, επομένως, λειτουργεί ως τρόπος περιορισμού του θεάτρου της σύγκρουσης.
Από ιρανική πλευρά, η προσέγγιση αντανακλά το όριο της αντοχής. Το Ιράν έχει αναπτύξει στρατηγική ασύμμετρης πίεσης: πυρηνικό πρόγραμμα, περιφερειακά δίκτυα, δυνατότητα απειλής στη ναυσιπλοΐα, στρατηγικό βάθος σε γειτονικά κράτη και ιδεολογικό αφήγημα αντίστασης. Όμως η πίεση αυτή δεν είναι χωρίς κόστος. Κυρώσεις, οικονομική απομόνωση, στρατιωτικά πλήγματα, απώλειες κύρους, κοινωνική κόπωση και κίνδυνος ευρύτερης σύγκρουσης περιορίζουν τη δυνατότητα απεριόριστης κλιμάκωσης. Η Τεχεράνη μπορεί να προκαλέσει μεγάλο κόστος στους αντιπάλους της, αλλά δεν μπορεί να ζήσει επ’ αόριστον σε συνθήκη πλήρους στρατηγικής περικύκλωσης και οικονομικής ασφυξίας. Η ελεγχόμενη συνύπαρξη της επιτρέπει να λάβει οικονομικές ανάσες, να διατηρήσει αφήγημα αντοχής και να αποφύγει την εικόνα άνευ όρων υποχώρησης.
Η συμφωνία είναι, επομένως, προϊόν αμοιβαίας μη νίκης. Πρόκειται για αναγνώριση ότι η πλήρης νίκη είναι αδύνατη ή υπερβολικά ακριβή. Οι ΗΠΑ δεν αποδέχονται το Ιράν ως ανεμπόδιστη περιφερειακή δύναμη. Το Ιράν δεν αποδέχεται την αμερικανική ηγεμονία ως νόμιμη τάξη. Όμως και οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν ότι πρέπει να υπάρξει ελάχιστη διαχειρισιμότητα. Αυτή η λογική συναντάται συχνά σε συγκρούσεις όπου η στρατηγική ισορροπία δεν οδηγεί σε συμφιλίωση, αλλά σε κανόνες περιορισμού. Η ψυχροπολεμική εμπειρία προσφέρει ένα ευρύτερο ανάλογο: αντίπαλοι μπορούν να παραμένουν αντίπαλοι και ταυτόχρονα να συμφωνούν σε μηχανισμούς αποτροπής ανεξέλεγκτης σύγκρουσης.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της αμερικανοϊρανικής προσέγγισης είναι ότι δεν βασίζεται σε πλήρη επίλυση του πυρηνικού ζητήματος από την πρώτη στιγμή. Τα διαθέσιμα ρεπορτάζ κάνουν λόγο για αρχικό πλαίσιο που θα μπορούσε να επεκτείνει ή να σταθεροποιήσει εκεχειρία, να ανοίξει το Ορμούζ και να δημιουργήσει περίοδο τεχνικών πυρηνικών συνομιλιών, αντί να επιλύσει αμέσως το σύνολο του πυρηνικού φακέλου. Αυτή η δομή είναι στρατηγικά αποκαλυπτική. Τα μέρη επιλέγουν πρώτα να μειώσουν την άμεση πολεμική πίεση και μετά να αγγίξουν το πιο φορτισμένο ζήτημα. Είναι μια διαπραγμάτευση από το επείγον προς το θεμελιώδες, όχι από το θεμελιώδες προς το επείγον.
Η ελεγχόμενη συνύπαρξη προϋποθέτει και διαχείριση αφηγήσεων. Καμία πλευρά δεν μπορεί να εμφανιστεί ως ηττημένη. Οι ΗΠΑ πρέπει να παρουσιάσουν τη συμφωνία ως αποτέλεσμα πίεσης, αποτροπής και σκληρής διαπραγμάτευσης. Το Ιράν πρέπει να την παρουσιάσει ως αναγνώριση της αντοχής του, άρση άδικης πίεσης και διατήρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων. Αυτό σημαίνει ότι η ίδια συμφωνία θα περιγραφεί διαφορετικά στις δύο πολιτικές σφαίρες. Η διπλή αφήγηση δεν είναι απλώς επικοινωνιακό τέχνασμα. Είναι προϋπόθεση εσωτερικής αποδοχής. Αν μια συμφωνία δεν μπορεί να «πουληθεί» στο εσωτερικό των δύο πλευρών, δεν θα αντέξει εξωτερικά.
Αυτή η ανάγκη διπλής αφήγησης, όμως, δημιουργεί και κίνδυνο ερμηνευτικής ασάφειας. Οι ΗΠΑ μπορεί να τονίζουν ότι η συμφωνία εμποδίζει το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό όπλο. Το Ιράν μπορεί να τονίζει ότι δεν εγκαταλείπει το δικαίωμά του σε ειρηνική πυρηνική τεχνολογία. Οι ΗΠΑ μπορεί να μιλούν για περιορισμένη άρση κυρώσεων υπό όρους. Το Ιράν μπορεί να μιλά για αποκατάσταση οικονομικών δικαιωμάτων. Η ασάφεια βοηθά την υπογραφή, αλλά δυσκολεύει την εφαρμογή. Όσο περισσότερο κάθε πλευρά έχει διαφορετική κατανόηση του ίδιου κειμένου, τόσο πιθανότερο είναι οι τεχνικές διαφορές να γίνουν πολιτικές κρίσεις.
Η στρατηγική λογική της προσέγγισης, συνεπώς, είναι διπλή: αποτροπή χωρίς πόλεμο και αποκλιμάκωση χωρίς συμφιλίωση. Η αποτροπή παραμένει, διότι οι ΗΠΑ δεν εγκαταλείπουν την απειλή επαναφοράς κυρώσεων ή στρατιωτικής πίεσης. Η αποκλιμάκωση προχωρά, διότι το Ιράν λαμβάνει κίνητρα να περιορίσει συμπεριφορές που απειλούν την περιφερειακή και παγκόσμια σταθερότητα. Η συμφωνία δεν καταργεί την ισχύ. Τη ρυθμίζει. Δεν υποκαθιστά την αποτροπή με εμπιστοσύνη. Τη συμπληρώνει με διαδικασίες, στάδια και ανταλλάγματα.
Η διαχειρίσιμη αντιπαλότητα είναι λιγότερο επικίνδυνη από την ανεξέλεγκτη αντιπαράθεση. Η σημασία της συμφωνίας θα κριθεί από το αν μπορεί να δημιουργήσει ένα σταθερό ενδιάμεσο επίπεδο: όχι πλήρη κανονικοποίηση, όχι επιστροφή στον πόλεμο, αλλά ένα καθεστώς ελέγχου, επικοινωνίας και περιορισμένης ανταλλαγής. Αν αυτό επιτευχθεί, η συμφωνία θα αποδείξει ότι σε έναν πολυκεντρικό και ασταθή κόσμο, η στρατηγική επιτυχία δεν είναι πάντα η συντριβή του αντιπάλου. Μερικές φορές είναι η επιβολή κανόνων στη μεταξύ σας εχθρότητα.
Πρόσφατα σχόλια