Η Αίγυπτος κατέχει κεντρική θέση στο γεωπολιτικό και στρατηγικό τοπίο της Ανατολικής Μεσογείου και της Βόρειας Αφρικής, συνδυάζοντας ιστορική επιρροή, πληθυσμιακή βαρύτητα, γεωγραφική στρατηγικότητα και ενεργειακά συμφέροντα. Η στάση της απέναντι στο λεγόμενο τουρκολιβυκό μνημόνιο μεταξύ της κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας της Τρίπολης και της Τουρκίας, αποτελεί ενδεικτικό παράδειγμα της αιγυπτιακής στρατηγικής ορθολογικότητας και της αποφασιστικής υπεράσπισης των κυριαρχικών της δικαιωμάτων. Το μνημόνιο αυτό, το οποίο επιχειρεί να οριοθετήσει θαλάσσιες ζώνες μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης παρακάμπτοντας τα ελληνικά νησιά, παραβιάζει κατάφωρα τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS 1982), δημιουργώντας γεωπολιτικές εντάσεις και απειλώντας τη σταθερότητα στην περιοχή. Η Αίγυπτος, εξαρχής, χαρακτήρισε το μνημόνιο παράνομο, άκυρο και νομικά ανίσχυρο, εκλαμβάνοντας την τουρκική στρατηγική ως προσπάθεια τεχνητής γεωγραφικής συνέχειας με τη Λιβύη, σε βάρος της αιγυπτιακής ΑΟΖ και των κυριαρχικών της δικαιωμάτων.

Η αντίδραση της Αιγύπτου απέναντι στο μνημόνιο συνδέεται άρρηκτα με την ευρύτερη περιφερειακή στρατηγική της, η οποία περιλαμβάνει την υπεράσπιση της ενεργειακής ασφάλειας, την ενίσχυση της πολιτικής και στρατιωτικής επιρροής της, καθώς και την προώθηση της συνεργασίας μεταξύ περιφερειακών και διεθνών δρώντων. Το Κάιρο, αξιοποιώντας το πλαίσιο του EastMed Gas Forum, όπου φιλοξενεί την έδρα του οργανισμού, ενισχύει τον ρόλο του ως ενεργειακού κόμβου για την εξαγωγή φυσικού αερίου προς την Ευρώπη, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την σημασία της νομικής και πολυμερούς προσέγγισης στην οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών. Μέσα από αυτή τη διάσταση, η Αίγυπτος υπογραμμίζει ότι η σταθερότητα, η νομιμότητα και η διεθνής συνεργασία αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για την αξιοποίηση των ενεργειακών πόρων της περιοχής και την αποτροπή αναθεωρητικών μονομερών ενεργειών.

Η αιγυπτιακή στρατηγική περιλαμβάνει συγκεκριμένες ενέργειες, όπως η υπογραφή της συμφωνίας ΑΟΖ με την Ελλάδα το 2020, η οποία κατοχύρωσε την αιγυπτιακή κυριαρχία σε θαλάσσιες ζώνες και απέστειλε σαφές μήνυμα αποδοκιμασίας της παράνομης τουρκολιβυκής συμφωνίας. Η συγκεκριμένη συμφωνία ενίσχυσε τις στρατηγικές συμμαχίες με την Ελλάδα και την Κύπρο, ενώ ταυτόχρονα απέτρεψε μελλοντικές προσπάθειες μονομερούς διεκδίκησης περιοχών από την Τουρκία. Παράλληλα, το Κάιρο προσέφυγε στη διεθνή διπλωματία και ζήτησε την παρέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών για να αποτρέψουν την επικύρωση του μνημονίου από το κοινοβούλιο της Λιβύης, υπό τον στρατηγό Χαλίφα Χάφταρ, θεωρώντας ότι η επικύρωσή του θα νομιμοποιούσε τις τουρκικές διεκδικήσεις και θα ενίσχυε τις αμφισβητήσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων της Αιγύπτου στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η αντίθεση της Αιγύπτου στο μνημόνιο συνδέεται επίσης με τη στρατιωτική και πολιτική εμπλοκή της Τουρκίας στη Λιβύη, η οποία περιλαμβάνει την αποστολή μισθοφόρων και στρατιωτικών δυνάμεων στην Τρίπολη. Το Κάιρο αντιλαμβάνεται αυτή την παρουσία ως απειλή για την εθνική ασφάλεια και τα ζωτικά συμφέροντα της χώρας στη δυτική μεθόριο, καθώς η τουρκική στρατηγική επιχειρεί να εγκαθιδρύσει ερείσματα που θα λειτουργούν ως αναθεωρητικός μοχλός στην περιοχή. Στο πλαίσιο αυτό, η αιγυπτιακή στάση δεν περιορίζεται σε τυπική νομική ή διπλωματική αντίθεση, αλλά αποτελεί συνειδητή στρατηγική επιλογή για την αποτροπή της περιφερειακής ηγεμονίας της Τουρκίας και την προστασία των ζωτικών συμφερόντων της Αιγύπτου, σε συνάρτηση με την προώθηση της διεθνούς νομιμότητας.

Η γεωπολιτική διάσταση της αιγυπτιακής στρατηγικής συνδέεται με την ανάγκη ισορροπίας μεταξύ Ανατολής και Δύσης και με την προσπάθεια ενίσχυσης της περιφερειακής σταθερότητας. Η Αίγυπτος, αξιοποιώντας τις στρατηγικές συμμαχίες με την Ελλάδα, την Κύπρο, τη Γαλλία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, συγκροτεί ένα δίκτυο συνεργασιών που περιορίζει την τουρκική διείσδυση και προβάλλει τη χώρα ως εγγυητή σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η στρατηγική αυτή ενισχύεται από την ιστορική εμπειρία της Αιγύπτου σε θέματα περιφερειακής ηγεσίας, την εμπλοκή της σε διπλωματικά σχήματα και τον ρόλο της ως ενεργειακός κόμβος, στοιχεία που καθιστούν τη θέση της καθοριστική για την αποτροπή μονομερών αναθεωρητικών ενεργειών.

Παράλληλα, η στάση του Καΐρου αποτελεί αποτέλεσμα συνδυασμού στρατηγικού ρεαλισμού και ιστορικής μνήμης. Η Αίγυπτος έχει αντιμετωπίσει επανειλημμένα αναθεωρητικές και επεκτατικές πολιτικές από την Τουρκία, ιδίως μετά την ανάδειξη του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και την υποστήριξή του προς τους Αδελφούς Μουσουλμάνους μετά το 2013. Η ιστορική αυτή εμπειρία προσδίδει βάθος και συνέπεια στην αιγυπτιακή στρατηγική, η οποία κινείται στο πλαίσιο μιας μακροπρόθεσμης πολιτικής αποτροπής και περιφερειακής επιρροής, βασισμένης στην εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου, στην πολυμερή συνεργασία και στη διατήρηση στρατηγικών συμμαχιών.

Η ενεργειακή διάσταση του ζητήματος είναι επίσης κρίσιμη. Η Αίγυπτος φιλοδοξεί να αναδειχθεί σε κόμβο εξαγωγής φυσικού αερίου προς την Ευρώπη, αξιοποιώντας τις θαλάσσιες ζώνες της και τα κοιτάσματα που βρίσκονται εντός της ΑΟΖ της. Η τουρκολιβυκή συμφωνία απειλεί την οριοθέτηση αυτών των ζωνών και δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων, γεγονός που καθιστά την αντίδραση του Καΐρου θεμελιώδη για την ενεργειακή στρατηγική της χώρας. Η Αίγυπτος, λοιπόν, βλέπει το μνημόνιο όχι μόνο ως νομική παρατυπία αλλά και ως άμεση απειλή στα ζωτικά της συμφέροντα, ενισχύοντας τη στρατηγική βούληση να προασπίσει την κυριαρχία και τα περιφερειακά συμφέροντά της.

Εν κατακλείδι, η αιγυπτιακή θέση απέναντι στο παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο αποτελεί εκδήλωση μιας στρατηγικής σύλληψης που υπερβαίνει τη στενή διμερή αντιπαράθεση. Ενσωματώνει την προστασία της διεθνούς νομιμότητας, την αποτροπή περιφερειακής ηγεμονίας, τη διασφάλιση ενεργειακών και γεωστρατηγικών συμφερόντων και την προώθηση της πολυμερούς συνεργασίας και σταθερότητας. Η Αίγυπτος επιδεικνύει ρεαλισμό, αποφασιστικότητα και στρατηγικό βάθος, αναδεικνύοντας τον εαυτό της σε πυλώνα ισορροπίας σε μια περιοχή υψηλής ανταγωνιστικότητας, όπου η διατήρηση της κυριαρχίας, της ασφάλειας και της διεθνούς νομιμότητας καθορίζει την περιφερειακή ισχύ και την αναγκαία σταθερότητα. Η συνολική στρατηγική προσέγγιση του Καΐρου καταδεικνύει ότι η νομιμότητα και η συνεργασία αποτελούν τις θεμέλιες αρχές για την εξισορρόπηση περιφερειακών αντιπαραθέσεων.