Η μισθολογική πολιτική βρίσκεται σε μια ιδιόμορφη φάση. Από τη μία πλευρά, ο νομοθετημένος κατώτατος μισθός έχει παγιωθεί ως κεντρικός μηχανισμός κρατικής παρέμβασης: από την 1η Απριλίου  ανέρχεται στα 920 ευρώ και κανένας ατομικός ή συλλογικός μισθολογικός όρος δεν μπορεί να υπολείπεται αυτού του κατωφλίου. Από την άλλη, ο ν. 5278/2026, η «Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για την ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας», επιχειρεί να επαναφέρει μεγαλύτερο μέρος του σχηματισμού των μισθών στο πεδίο της κλαδικής και επιχειρησιακής συλλογικής διαπραγμάτευσης. Η ταυτόχρονη ενίσχυση δύο διαφορετικών θεσμών δημιουργεί ένα ουσιώδες ερώτημα πολιτικής οικονομίας: αν ο κρατικά καθοριζόμενος μισθολογικός πυθμένας και οι συλλογικά διαπραγματευόμενες αμοιβές συγκροτούν διαδοχικά επίπεδα του ίδιου συστήματος ή αν η υπερβολική ενίσχυση του πρώτου μπορεί τελικά να μειώσει τη λειτουργική σημασία του δεύτερου.

Η ελληνική συνταγματική τάξη δεν αντιμετωπίζει τον νόμο και τη συλλογική σύμβαση ως αμοιβαία αποκλειόμενες πηγές ρύθμισης. Το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος προβλέπει ότι οι γενικοί όροι εργασίας καθορίζονται με νόμο και συμπληρώνονται από συλλογικές συμβάσεις εργασίας που συνάπτονται με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, σε περίπτωση αποτυχίας τους, με τους κανόνες της διαιτησίας. Η διατύπωση υποδηλώνει μια αρχιτεκτονική διαδοχικών επιπέδων: το κράτος θεσπίζει το γενικό προστατευτικό πλαίσιο, ενώ οι κοινωνικοί εταίροι διαθέτουν κανονιστική αυτονομία για να εξειδικεύουν και να βελτιώνουν τους όρους εργασίας. Η συλλογική αυτονομία δεν υπάρχει συνεπώς επειδή το κράτος αποσύρεται από τις εργασιακές σχέσεις· υπάρχει μέσα σε ένα νομικό πλαίσιο που εγγυάται ελάχιστα όρια αλλά αφήνει πραγματικό χώρο για συλλογική αυτορρύθμιση.

Η σχέση αυτή διαταράχθηκε δραστικά στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Με σειρά νομοθετικών παρεμβάσεων μετά το 2010 ανατράπηκε μεγάλο μέρος της προηγούμενης ιεραρχίας των συλλογικών ρυθμίσεων, περιορίστηκε η δυνατότητα επέκτασης των κλαδικών συμβάσεων, ενισχύθηκε η επιχειρησιακή διαπραγμάτευση και, το 2012, αφαιρέθηκε από την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση η ουσιαστική δυνατότητα καθορισμού του γενικού κατώτατου μισθού, ο οποίος μεταφέρθηκε σε κρατικό μηχανισμό. Η αλλαγή δεν ήταν απλώς μία επιμέρους μνημονιακή παρέμβαση. Μετέβαλε το κέντρο βάρους του ελληνικού συστήματος καθορισμού των αμοιβών: από την αυτορρύθμιση των κορυφαίων οργανώσεων εργαζομένων και εργοδοτών προς τον νομοθετικά καθοριζόμενο εθνικό μισθολογικό πυθμένα.

Ο κρατικός κατώτατος μισθός απέκτησε έκτοτε λειτουργία που υπερβαίνει κατά πολύ την προστασία του πιο χαμηλόμισθου εργαζομένου. Σε περιβάλλον χαμηλής κάλυψης από συλλογικές συμβάσεις, ο εθνικός κατώτατος τείνει να μετατρέπεται σε βασικό σημείο αναφοράς ολόκληρου του κάτω τμήματος της μισθολογικής κατανομής. Η σημασία αυτής της εξέλιξης γίνεται εμφανής από τα διαθέσιμα στοιχεία: η Eurofound εκτιμούσε για το 2023 κάλυψη συλλογικών συμβάσεων μόλις περίπου 25–30%, ενώ η πρώτη ευρωπαϊκή έκθεση εφαρμογής της Οδηγίας για τους επαρκείς κατώτατους μισθούς χρησιμοποίησε για την Ελλάδα, λόγω έλλειψης νεότερου επίσημου εθνικού ποσοστού, την παλαιότερη τιμή 13% από τη βάση OECD/AIAS για το 2017. Η απόκλιση μεταξύ των πηγών δείχνει και ένα δεύτερο πρόβλημα: ακόμη και η ακριβής μέτρηση της σημερινής συλλογικής κάλυψης παραμένει ανεπαρκής. Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα απέχει πολύ από το επίπεδο του 80% που η ευρωπαϊκή Οδηγία χρησιμοποιεί ως όριο ενεργοποίησης υποχρέωσης κατάρτισης σχεδίου δράσης για την προώθηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Σε ένα τέτοιο σύστημα ο κατώτατος μισθός επιτελεί αναντικατάστατη προστατευτική λειτουργία. Καλύπτει τον εργαζόμενο που δεν διαθέτει ισχυρό συνδικάτο, απασχολείται σε κατακερματισμένο κλάδο, εργάζεται σε μικρή επιχείρηση ή βρίσκεται σε αγορά όπου οι συλλογικές διαπραγματεύσεις είναι πρακτικά ανύπαρκτες. Παρέχει ενιαίο κατώφλι κάτω από το οποίο δεν μπορεί να κινηθεί ούτε η ατομική ούτε η συλλογική σύμβαση. Η ευρωπαϊκή Οδηγία 2022/2041 αναγνωρίζει ακριβώς αυτή τη δυαδικότητα: επιτρέπει στα κράτη να χρησιμοποιούν νομοθετημένο κατώτατο μισθό, συλλογικά καθοριζόμενα κατώτατα όρια ή συνδυασμό των δύο, ενώ απαιτεί παράλληλα σεβασμό της αυτονομίας των κοινωνικών εταίρων. Δεν αντιμετωπίζει επομένως τη νομοθετική προστασία και τη συλλογική διαπραγμάτευση ως ανταγωνιστικά θεσμικά υποδείγματα εκ προοιμίου.

Η συμπληρωματικότητα όμως προϋποθέτει λειτουργική διαφοροποίηση. Ο νομοθετημένος κατώτατος πρέπει να αποτελεί πραγματικό κατώφλι και όχι υποκατάστατο ολόκληρης της μισθολογικής διαπραγμάτευσης. Οι κλαδικές και επιχειρησιακές συμβάσεις πρέπει να είναι ικανές να δημιουργούν επίπεδα αμοιβών υψηλότερα από το γενικό κατώτατο, να αναγνωρίζουν ειδικότητες, επαγγελματική εμπειρία, βαθμούς ευθύνης, παραγωγικότητα, ιδιαιτερότητες του κλάδου, πρόσθετες παροχές, επιδόματα και χρόνο εργασίας. Εάν το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς περιορίζεται σε μισθούς κοντά στον νόμιμο κατώτατο και οι συλλογικές συμβάσεις δεν παράγουν ουσιαστική μισθολογική διαφοροποίηση προς τα πάνω, το κατώτατο όριο παύει στην πράξη να είναι «πάτωμα» και γίνεται η κυρίαρχη τιμή του κάτω και μέσου τμήματος της αγοράς εργασίας.

Αυτός είναι ο μηχανισμός που η Eurofound περιγράφει ως κίνδυνο «εκτοπισμού» της συλλογικής μισθολογικής διαπραγμάτευσης από τον εθνικό κατώτατο μισθό. Όταν η δημόσια συζήτηση για τις αμοιβές συμπυκνώνεται κάθε χρόνο στην κυβερνητική απόφαση για τον εθνικό κατώτατο, οι εργοδότες μπορούν να θεωρούν τη συμμόρφωση προς αυτόν επαρκή μισθολογική πολιτική, ενώ οι εργαζόμενοι μεταφέρουν τις προσδοκίες τους από την κλαδική διαπραγμάτευση στην κυβερνητική απόφαση. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ένας παράδοξος φαύλος κύκλος: η αδυναμία των συλλογικών συμβάσεων καθιστά αναγκαίο ισχυρότερο κρατικό κατώτατο, αλλά η διαρκώς αυξανόμενη κεντρικότητα του κρατικού κατώτατου μειώνει ακόμη περισσότερο το κίνητρο ανάπτυξης ουσιαστικής συλλογικής διαπραγμάτευσης.

Η νέα ελληνική νομοθεσία επιχειρεί να διακόψει αυτόν τον κύκλο χωρίς να εγκαταλείψει τον κρατικό μισθολογικό πυθμένα. Ο ν. 5278/2026 μειώνει από 50% σε 40% το ποσοστό των εργαζομένων ενός κλάδου που πρέπει ήδη να δεσμεύονται από μια συλλογική ρύθμιση ώστε να μπορεί να εξεταστεί η γενική επέκτασή της. Προβλέπει μάλιστα δυνατότητα επέκτασης χωρίς το συγκεκριμένο ποσοτικό κριτήριο όταν συντρέχει η προβλεπόμενη συνυπογραφή από τη ΓΣΕΕ και αντιπροσωπευτική εργοδοτική οργάνωση. Παράλληλα αποκαθιστά ευρύτερη μετενέργεια των κανονιστικών όρων: μετά τη λήξη ή καταγγελία μιας συλλογικής σύμβασης, οι όροι της δεν συρρικνώνονται πλέον μετά το τρίμηνο σε έναν στενό πυρήνα παροχών, αλλά συνεχίζουν να ισχύουν μέχρι να αντικατασταθούν με νέα συλλογική ή νέα ή τροποποιημένη ατομική σύμβαση. Πρόκειται για σημαντική μεταβολή της διαπραγματευτικής ισορροπίας, διότι μειώνει το κίνητρο της εργοδοτικής πλευράς να αφήσει απλώς μια σύμβαση να εκπνεύσει για να υποχωρήσουν αυτόματα οι όροι εργασίας.

Αυτή η μεταρρύθμιση αποκαλύπτει και τη διαφορά λειτουργίας μεταξύ κατώτατου μισθού και συλλογικής σύμβασης. Ο πρώτος απαντά στο ερώτημα ποια είναι η απολύτως χαμηλότερη νόμιμη αμοιβή σε ολόκληρη την οικονομία. Η δεύτερη απαντά ποια κατανομή αμοιβών, ειδικοτήτων, προσαυξήσεων και εργασιακών όρων είναι κατάλληλη για συγκεκριμένο παραγωγικό κλάδο ή επιχείρηση. Ένας ενιαίος εθνικός μισθός δεν μπορεί να ενσωματώσει τις παραγωγικές διαφορές μεταξύ τραπεζικού τομέα, ξενοδοχείων, βιομηχανίας τροφίμων, λιανεμπορίου, τεχνολογίας ή μεταφορών χωρίς να χάσει τη λειτουργία του ως γενικού προστατευτικού κανόνα. Η κλαδική σύμβαση είναι ακριβώς ο θεσμός που μετατρέπει τις ιδιαίτερες οικονομικές συνθήκες ενός κλάδου σε ειδικότερη μισθολογική τάξη.

Από αυτή την άποψη, οι δύο μηχανισμοί μπορούν να λειτουργήσουν παραγωγικά μόνο όταν υπάρχει πραγματική απόσταση μεταξύ τους. Ο κατώτατος μισθός πρέπει να προστατεύει από την υποαμοιβή, ενώ η κλαδική διαπραγμάτευση πρέπει να μπορεί να μεταφέρει στους μισθούς μέρος των κερδών που προκύπτουν από την παραγωγικότητα, την κερδοφορία και τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε τομέα. Η συλλογική σύμβαση έχει μάλιστα ένα πλεονέκτημα που στερείται αναγκαστικά η ενιαία κρατική απόφαση: οι δύο πλευρές που γνωρίζουν τη συγκεκριμένη παραγωγική πραγματικότητα μπορούν να συνδέσουν τις μισθολογικές αυξήσεις με άλλες ρυθμίσεις, από τον χρόνο εργασίας και τις επαγγελματικές βαθμίδες μέχρι την κατάρτιση και τις πρόσθετες παροχές. Ο μισθός παύει έτσι να είναι μεμονωμένος αριθμός και εντάσσεται σε συνολικό σύστημα εργασιακής οργάνωσης.

Η σχέση με την παραγωγικότητα απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Η ενσωμάτωση της παραγωγικότητας στον μηχανισμό του νομοθετημένου κατώτατου είναι αναγκαστικά μακροοικονομική: η Οδηγία απαιτεί να συνεκτιμώνται οι μακροχρόνιες εξελίξεις της παραγωγικότητας, ενώ ο ελληνικός νόμος προβλέπει από το νέο μόνιμο σύστημα ετήσιας αναπροσαρμογής συντελεστή που συνδυάζει την εξέλιξη του κόστους ζωής για το χαμηλότερο 20% της εισοδηματικής κατανομής με μέρος της μεταβολής της αγοραστικής δύναμης του γενικού δείκτη μισθών και επιτρέπει ειδικές παρεκκλίσεις υπό συγκεκριμένες μακροοικονομικές συνθήκες. Η συλλογική διαπραγμάτευση μπορεί, αντίθετα, να μεταφέρει την παραγωγικότητα στο μισθολογικό σύστημα σε κλαδικό επίπεδο, όπου η σχετική πληροφορία είναι πολύ πιο συγκεκριμένη.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται όμως και η πιθανότητα σύγκρουσης. Αν ο εθνικός κατώτατος αυξάνεται ταχύτερα από τη δυνατότητα ορισμένων κλάδων χαμηλής παραγωγικότητας να προσαρμοστούν, συμπιέζει τις κατώτερες μισθολογικές κλίμακες προς τα πάνω και μειώνει τον χώρο διαφοροποίησης μέσω συλλογικής σύμβασης. Αν, αντίστροφα, διατηρείται συστηματικά χαμηλότερα από τα επίπεδα που μπορούν να αντέξουν δυναμικοί κλάδοι και δεν αναπτύσσονται συλλογικές συμβάσεις, η κρατική προστασία μπορεί να λειτουργήσει άθελά της ως σημείο συγκράτησης των αμοιβών. Η ισορροπία επομένως δεν βρίσκεται σε μια «σωστή» αναλογία μεταξύ κρατικού και συλλογικού μισθού που μπορεί να προσδιοριστεί αφηρημένα. Εξαρτάται από το αν ο πρώτος προστατεύει αποτελεσματικά το κατώτερο άκρο και οι δεύτερες διαθέτουν αρκετή κάλυψη και ισχύ ώστε να οργανώνουν το υπόλοιπο μισθολογικό φάσμα.

Η ευρωπαϊκή Οδηγία κινείται ακριβώς προς αυτή τη συνθετική λογική. Δεν επιβάλλει κοινό ευρωπαϊκό μισθό, δεν υποχρεώνει τα κράτη που βασίζονται αποκλειστικά σε συλλογικές συμβάσεις να εισαγάγουν νομοθετημένο κατώτατο και δεν υποχρεώνει σε καθολική επέκταση των συμβάσεων. Θεσπίζει όμως δύο παράλληλες απαιτήσεις: επάρκεια του νομοθετημένου κατώτατου όπου αυτός υπάρχει και ενίσχυση της συλλογικής διαπραγμάτευσης, ιδίως όταν η κάλυψη βρίσκεται κάτω από το 80%. Η ευρωπαϊκή επιλογή υποδηλώνει ότι η προστασία χαμηλόμισθων εργαζομένων θεωρείται ισχυρότερη όταν στηρίζεται σε δύο στρώματα: δημόσιο μισθολογικό πυθμένα και πραγματικά λειτουργούσα συλλογική αυτονομία.

Το ελληνικό σύστημα του 2026 βρίσκεται στην αρχή αυτής της μετάβασης. Ο κατώτατος των 920 ευρώ είναι ήδη άμεσα εφαρμοστέος σε ολόκληρη την αγορά εργασίας. Η ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων, αντίθετα, δεν πραγματοποιείται τη στιγμή που ψηφίζεται ο νόμος. Χρειάζονται αντιπροσωπευτικές οργανώσεις, διαπραγματευτική ικανότητα, κλαδικά δεδομένα, εργοδοτικές ενώσεις που μπορούν να δεσμεύσουν πραγματικό τμήμα της αγοράς και συνδικαλιστικές οργανώσεις με αρκετή κοινωνική παρουσία ώστε να διαπραγματεύονται αντί να επικυρώνουν εκ των υστέρων κρατικές επιλογές. Η Εθνική Κοινωνική Συμφωνία δημιουργεί ευνοϊκότερο νομικό έδαφος· δεν μπορεί με νομοθετική εντολή να δημιουργήσει τους κοινωνικούς συσχετισμούς που απαιτεί μια ζωντανή συλλογική διαπραγμάτευση.

Η ουσιαστική επιτυχία θα είναι ορατή όταν η ετήσια κυβερνητική ανακοίνωση του κατώτατου μισθού πάψει να αποτελεί σχεδόν το μοναδικό μεγάλο γεγονός της ελληνικής μισθολογικής πολιτικής. Ένα ώριμο σύστημα δεν χρειάζεται ασθενέστερο κατώτατο μισθό. Χρειάζεται λιγότερους εργαζομένους των οποίων η πραγματική αμοιβή εξαρτάται αποκλειστικά από αυτόν, επειδή περισσότερες κλαδικές και επιχειρησιακές συμβάσεις δημιουργούν υψηλότερα επίπεδα προστασίας. Η πρόοδος συνεπώς δεν θα μετρηθεί μόνο από το αν ο κατώτατος αυξηθεί από 920 σε 950 ή περισσότερα ευρώ, αλλά και από το πόσο μεγάλο μέρος της οικονομίας θα διαθέτει πραγματικά διαπραγματευμένες μισθολογικές κλίμακες πάνω από αυτό το επίπεδο.

Η αντιπαράθεση ανάμεσα σε «κρατικό» και «συλλογικό» καθορισμό των μισθών είναι τελικά παραπλανητική όταν αντιμετωπίζεται ως επιλογή ενός μόνο μηχανισμού. Το κρίσιμο ζήτημα είναι η κατανομή λειτουργιών. Ο νόμος οφείλει να προστατεύει τον εργαζόμενο που δεν διαθέτει διαπραγματευτική δύναμη. Οι συλλογικές συμβάσεις οφείλουν να οργανώνουν εκείνο το τμήμα της μισθολογικής διαμόρφωσης που δεν μπορεί ούτε πρέπει να καθορίζεται ομοιόμορφα από το κράτος. Αν ο πρώτος θεσμός γίνει τόσο κυρίαρχος ώστε να καταστήσει τον δεύτερο περιττό, η Ελλάδα θα διαθέτει ισχυρότερο μισθολογικό δίχτυ ασφαλείας αλλά όχι αναγκαστικά ισχυρότερη συλλογική οικονομία εργασίας. Αντίθετα, αν η νέα περίοδος οδηγήσει σε πραγματική διεύρυνση της κλαδικής κάλυψης, ο νομοθετημένος κατώτατος και η συλλογική σύμβαση μπορούν να επανέλθουν στη σχέση που ταιριάζει περισσότερο στη συνταγματική λογική του άρθρου 22: ο πρώτος ως κοινή ελάχιστη εγγύηση και η δεύτερη ως ενεργός θεσμός κοινωνικής αυτορρύθμισης.