Το ΝΑΤΟ μπορεί να λειτουργεί μόνο εφόσον τα μέλη του θεωρούν ότι οι υπόλοιποι Σύμμαχοι θα συμπεριφερθούν με στοιχειώδη προβλεψιμότητα, θα σεβαστούν τις κοινές δεσμεύσεις, δεν θα εκθέσουν κρίσιμες συμμαχικές τεχνολογίες σε ανταγωνιστικές δυνάμεις, δεν θα εργαλειοποιήσουν την ομοφωνία για άσχετα ανταλλάγματα και δεν θα μετατρέψουν την εσωτερική τους γεωστρατηγική αξία σε μηχανισμό πίεσης εναντίον της ίδιας της Συμμαχίας. Η περίπτωση της Τουρκίας αφορά σε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο στρατηγικής αμφισημίας: η Άγκυρα παραμένει μέσα στο ΝΑΤΟ, αξιοποιεί τη νατοϊκή ιδιότητα ως πηγή κύρους, προστασίας, τεχνολογικής πρόσβασης και διαπραγματευτικής ισχύος, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί περιθώρια αυτόνομης πολιτικής που συχνά προκαλούν κρίσεις εμπιστοσύνης.
Η θέση της Τουρκίας μεταξύ Μαύρης Θάλασσας, Καυκάσου, Μέσης Ανατολής, Ανατολικής Μεσογείου και Βαλκανίων, το μέγεθος των ενόπλων δυνάμεών της, η αναπτυσσόμενη αμυντική της βιομηχανία και η δυνατότητά της να επηρεάζει πολλαπλά θέατρα ταυτόχρονα την καθιστούν στρατηγικά πολύτιμη για τη Συμμαχία. Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα στις 7–8 Ιουλίου· είναι μια πρακτική αναγνώριση ότι το ΝΑΤΟ δεν μπορεί να σχεδιάσει σοβαρά τη νοτιοανατολική του πτέρυγα αγνοώντας την Τουρκία. Η επίσημη ατζέντα της Συνόδου συνδέεται με τη μετατροπή των δεσμεύσεων της Χάγης σε συγκεκριμένα αποτελέσματα, ιδίως σε αυξημένες επενδύσεις, βιομηχανική παραγωγή και συνεχιζόμενη στήριξη προς την Ουκρανία. Το ίδιο το ΝΑΤΟ τονίζει ότι η Άγκυρα πρέπει να δείξει πως οι Σύμμαχοι δεν επενδύουν απλώς περισσότερο, αλλά επενδύουν στις σωστές ικανότητες.
Ακριβώς όμως επειδή η Τουρκία είναι τόσο σημαντική, οι αποκλίσεις της έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα. Μια Συμμαχία μπορεί να απορροφήσει επιμέρους διαφωνίες μικρότερων κρατών χωρίς να κλονίζεται ο πυρήνας της. Όταν όμως μια χώρα όπως η Τουρκία ακολουθεί πολιτική επιλεκτικής ευθυγράμμισης, η απόκλιση γίνεται συστημικό ζήτημα. Η Τουρκία δεν αμφισβητεί συνήθως το ΝΑΤΟ μετωπικά· δεν επιδιώκει έξοδο, δεν καταγγέλλει τη Συμμαχία ως άχρηστη, δεν παραιτείται από τα οφέλη της. Αντίθετα, λειτουργεί εντός της Συμμαχίας, αλλά επιχειρεί να μεγιστοποιήσει τον βαθμό αυτονομίας της. Θέλει να είναι αρκετά μέσα ώστε να επωφελείται και αρκετά έξω ώστε να διαπραγματεύεται. Αυτή είναι η ουσία του προβλήματος: όχι ρήξη, αλλά αμφισημία· όχι αποχώρηση, αλλά διαρκής πίεση των ορίων της συμμαχικής ανοχής.
Η υπόθεση των S-400 αποτέλεσε την πιο χαρακτηριστική και θεσμικά βαριά εκδήλωση αυτής της λογικής. Η αγορά ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος από κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ δεν ήταν απλή εξοπλιστική επιλογή. Ήταν πράξη με επιπτώσεις στη διαλειτουργικότητα, στην τεχνολογική ασφάλεια, στην πρόσβαση σε προηγμένα συστήματα και στην εμπιστοσύνη των Συμμάχων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν κυρώσεις CAATSA στην Τουρκία λόγω της αγοράς των S-400, ενώ το ζήτημα συνδέθηκε με την απομάκρυνση της Άγκυρας από το πρόγραμμα F-35. Η τότε επίσημη αμερικανική θέση ήταν ότι η απόφαση για τους S-400 οδήγησε σε αναστολή και εκκρεμή απομάκρυνση της Τουρκίας από την παγκόσμια σύμπραξη του F-35. Το ζήτημα παραμένει ενεργό μέχρι σήμερα, καθώς στη Σύνοδο της Άγκυρας επανήλθε το ενδεχόμενο άρσης κυρώσεων και πιθανής επανασυζήτησης για τα F-35, αλλά με σαφείς νομικές και πολιτικές αντιστάσεις.
Το βαθύτερο πρόβλημα των S-400 δεν είναι ότι η Τουρκία αγόρασε ένα μη δυτικό οπλικό σύστημα. Είναι ότι το έκανε σε τομέα όπου η τεχνολογική ασφάλεια και η κοινή επιχειρησιακή αρχιτεκτονική είναι κρίσιμες. Το ΝΑΤΟ του 21ου αιώνα δεν είναι απλώς άθροισμα εθνικών στρατών. Είναι δίκτυο αισθητήρων, δεδομένων, επικοινωνιών, αεροπορικών συστημάτων, πυραυλικής άμυνας, κυβερνοχώρου, logistics και κοινών διαδικασιών. Αν ένα κράτος-μέλος εισάγει κρίσιμη ρωσική τεχνολογία σε αυτό το περιβάλλον, δεν δημιουργεί μόνο πολιτική αμηχανία. Δημιουργεί ερώτημα ασφάλειας για το τι μπορεί να δει, να μάθει ή να εκμεταλλευθεί μια ανταγωνιστική δύναμη. Η τουρκική επίκληση κυριαρχικού δικαιώματος προμήθειας οπλικών συστημάτων δεν είναι αβάσιμη ως γενική αρχή, αλλά δεν απαντά στο ουσιώδες: σε μια συμμαχία προηγμένης διαλειτουργικότητας, οι εθνικές επιλογές δεν είναι ποτέ απολύτως εθνικές όταν αγγίζουν το κοινό τεχνολογικό οικοσύστημα.
Δεύτερο κρίσιμο παράδειγμα ήταν η τουρκική στάση στη διεύρυνση με τη Σουηδία. Η Τουρκία είχε δικαίωμα να θέτει ζητήματα ασφάλειας, ιδίως ως προς οργανώσεις που θεωρεί τρομοκρατικές. Η διαδικασία ένταξης στο ΝΑΤΟ απαιτεί συναίνεση όλων των μελών, άρα κάθε Σύμμαχος έχει θεσμικό δικαίωμα αξιολόγησης. Όμως η καθυστέρηση της σουηδικής ένταξης για περίπου είκοσι μήνες, σε περίοδο ρωσικής επιθετικότητας και ιστορικής αναδιάταξης της βόρειας ευρωπαϊκής ασφάλειας, έδειξε πώς η ομοφωνία μπορεί να μετατραπεί από μηχανισμό συλλογικής κυριαρχίας σε εργαλείο συναλλαγής. Το Reuters κατέγραψε ότι η τουρκική επικύρωση ήρθε μετά από μακρά καθυστέρηση, με την Άγκυρα να ζητά αυστηρότερη στάση της Στοκχόλμης έναντι του PKK και τον Ερντογάν να συνδέει τη διαδικασία με την αμερικανική πώληση F-16 στην Τουρκία.
Αυτό είναι ένα από τα πιο δύσκολα θεσμικά προβλήματα του ΝΑΤΟ. Η ομοφωνία είναι αναγκαία επειδή η Συμμαχία αποτελεί ένωση κυρίαρχων κρατών και όχι υπερεθνικό μηχανισμό επιβολής. Χωρίς ομοφωνία, μικρότερα κράτη θα φοβούνταν ότι οι μεγάλες δυνάμεις θα αποφασίζουν ερήμην τους. Με ομοφωνία όμως, κάθε κράτος αποκτά δυνατότητα καθυστέρησης ή μπλοκαρίσματος αποφάσεων υψηλής στρατηγικής αξίας. Η Τουρκία αξιοποίησε αυτή τη δυνατότητα με τρόπο που ανέδειξε την ασυμμετρία μεταξύ θεσμικού δικαιώματος και συμμαχικής ευθύνης. Άλλο πράγμα είναι να ζητάς εγγυήσεις για ζωτικά συμφέροντα ασφαλείας· άλλο να μετατρέπεις μια κρίσιμη απόφαση για τη βόρεια πτέρυγα της Συμμαχίας σε διαπραγματευτικό πακέτο με εξοπλιστικές, πολιτικές και διμερείς παραμέτρους. Η διαφορά είναι λεπτή αλλά αποφασιστική, διότι από αυτήν εξαρτάται αν η ομοφωνία υπηρετεί την ενότητα ή την ομηρία.
Η Σύνοδος της Άγκυρας φωτίζει ακόμη μία διάσταση: η Τουρκία δεν θέλει απλώς να παραμένει εντός ΝΑΤΟ· θέλει να επανακαθορίσει τους όρους συμμετοχής της στη διατλαντική και ευρωπαϊκή αμυντική οικονομία. Ο Ερντογάν κάλεσε τους Συμμάχους να άρουν περιορισμούς στην αμυντική βιομηχανική συνεργασία, υποστήριξε ότι ο αποκλεισμός μη μελών της ΕΕ από ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες δημιουργεί τεχνητούς διαχωρισμούς και πίεσε για τουρκική συμμετοχή σε σχήματα ευρωπαϊκής ασφάλειας όπως το SAFE. Παράλληλα, δήλωσε ότι η Τουρκία κινείται προς τον στόχο αμυντικών δαπανών 5% και έχει διαθέσει πρόσθετο προϋπολογισμό 24 δισ. δολαρίων για το πρόγραμμα αεράμυνας «Steel Dome». Η Άγκυρα, επομένως, επιχειρεί να μετατρέψει τη Σύνοδο σε διπλή προβολή: αφενός ως απόδειξη ότι είναι μεγάλος Σύμμαχος, αφετέρου ως πίεση για άρση περιορισμών που θεωρεί ότι μειώνουν τον ρόλο της.
Αυτή η τουρκική απαίτηση έχει δύο αναγνώσεις. Από την τουρκική πλευρά, μπορεί να παρουσιαστεί ως εύλογη διεκδίκηση ίσης μεταχείρισης: εφόσον η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ, διαθέτει μεγάλο στρατό, αναπτύσσει αμυντική βιομηχανία και συμβάλλει στη νοτιοανατολική πτέρυγα, δεν πρέπει να αποκλείεται από αμυντικές πρωτοβουλίες επειδή δεν είναι μέλος της ΕΕ ή επειδή έχει πολιτικές διαφορές με ορισμένους Συμμάχους. Από την πλευρά των επιφυλακτικών Συμμάχων, όμως, το ζήτημα δεν είναι τυπική διάκριση εις βάρος της Τουρκίας, αλλά πρόβλημα εμπιστοσύνης: μπορεί μια χώρα που αγόρασε S-400, καθυστέρησε κρίσιμη διεύρυνση, διατηρεί περίπλοκες σχέσεις με τη Ρωσία και έχει ανοιχτές τριβές με Ελλάδα και Κύπρο να ζητά πλήρη πρόσβαση σε ευρωπαϊκές αμυντικές δομές χωρίς προηγούμενη αποκατάσταση αξιοπιστίας; Εδώ ακριβώς συμπυκνώνεται το πρόβλημα: η Τουρκία ζητά αναγνώριση της αξίας της, ενώ οι άλλοι ζητούν αποδείξεις προβλεψιμότητας.
Η συμμαχική συνοχή πλήττεται όταν οι Σύμμαχοι δεν ξέρουν αν η Τουρκία λειτουργεί ως κοινός αμυντικός εταίρος ή ως αυτόνομος περιφερειακός διαπραγματευτής. Αυτή η αβεβαιότητα δεν σημαίνει ότι η Τουρκία είναι αντίπαλος. Σημαίνει ότι είναι Σύμμαχος υψηλού κόστους εμπιστοσύνης. Η εμπιστοσύνη σε μια Συμμαχία δεν είναι ηθική συμπάθεια· είναι δυνατότητα σχεδιασμού. Αν δεν γνωρίζεις πώς θα κινηθεί ένας κρίσιμος Σύμμαχος σε ζήτημα κυρώσεων, τεχνολογικής ασφάλειας, διεύρυνσης, βάσεων, εναέριου χώρου, θαλάσσιας παρουσίας ή κρίσης με άλλο μέλος, τότε η επιχειρησιακή σου βεβαιότητα μειώνεται. Η Τουρκία μπορεί να παραμένει στρατιωτικά πολύτιμη, αλλά όσο περισσότερο η συμπεριφορά της θεωρείται απρόβλεπτη, τόσο περισσότερο το ΝΑΤΟ χρειάζεται μηχανισμούς αντιστάθμισης.
Η σωστή νατοϊκή απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε ρήξη ούτε αφέλεια. Η ρήξη θα ήταν στρατηγικά επικίνδυνη, διότι θα απομάκρυνε μια χώρα κρίσιμη για τη Μαύρη Θάλασσα, τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο. Η αφέλεια θα ήταν εξίσου επικίνδυνη, διότι θα επιβεβαίωνε στην Άγκυρα ότι η γεωγραφική της αξία παρέχει ασυλία. Το ΝΑΤΟ χρειάζεται μια πολιτική υπό όρους ενσωμάτωσης: συνεργασία όπου η Τουρκία συμβάλλει πραγματικά στη συλλογική ασφάλεια, αυστηρή οριοθέτηση όπου οι επιλογές της υπονομεύουν τεχνολογική ασφάλεια, εσωτερική εμπιστοσύνη ή σχέσεις μεταξύ Συμμάχων. Αυτό σημαίνει ότι η πρόσβαση σε προηγμένα συστήματα, βιομηχανικά προγράμματα και ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες πρέπει να συνδέεται με συμπεριφορά. Η Συμμαχία οφείλει να κάνει την προβλεψιμότητα συμφέρουσα και την απόκλιση κοστοβόρα.
Για την Ελλάδα, το ζήτημα έχει ιδιαίτερη σημασία. Η Αθήνα δεν πρέπει να εγκλωβίζει την τουρκική απόκλιση σε στενή ελληνοτουρκική αντιπαράθεση. Αν το κάνει, διευκολύνει τρίτους να μιλούν για «δύο δύσκολους Συμμάχους» ή για «παλιά διμερή προβλήματα». Η ορθή ελληνική στρατηγική είναι να μετατρέπει την τουρκική συμπεριφορά σε ζήτημα συμμαχικών κανόνων. Όταν η Τουρκία εισάγει ρωσική τεχνολογία σε πεδία κρίσιμης συμμαχικής διαλειτουργικότητας, αυτό δεν είναι ελληνική ανησυχία. Όταν εργαλειοποιεί την ομοφωνία, δεν είναι ελληνική εμμονή. Όταν διατηρεί αναθεωρητική ρητορική έναντι Συμμάχου, δεν είναι απλή διμερής διαφορά. Είναι ερώτημα για το τι σημαίνει συμμαχική εμπιστοσύνη. Η Ελλάδα πρέπει να επιμείνει ότι το Άρθρο 1 της Βορειοατλαντικής Συνθήκης, το οποίο δεσμεύει τα μέλη σε ειρηνική επίλυση διαφορών και αποχή από απειλή ή χρήση βίας, δεν είναι διακοσμητική αρχή· είναι εσωτερικός κανόνας συμμαχικής συμπεριφοράς.
Η χώρα επισημαίνει ότι η συνοχή δεν είναι μόνο ενότητα απέναντι στη Ρωσία ή σε άλλες εξωτερικές απειλές. Είναι και εσωτερική πειθαρχία απέναντι στον καταναγκασμό μεταξύ μελών. Μια Συμμαχία που μιλά για διεθνή τάξη δεν μπορεί να παρασιωπά συμπεριφορές που αμφισβητούν την ειρηνική διαχείριση διαφορών μεταξύ Συμμάχων.
Η Τουρκία είναι αναγκαία, αλλά η αναγκαιότητά της δεν μπορεί να μετατρέπεται σε ασυλία. Είναι γεωγραφικά πολύτιμη, αλλά η γεωγραφία δεν ακυρώνει την ανάγκη συμμαχικής προβλεψιμότητας. Είναι στρατιωτικά ισχυρή, αλλά η ισχύς της δεν μπορεί να υποκαθιστά την εμπιστοσύνη. Είναι βιομηχανικά ανερχόμενη, αλλά η πρόσβαση σε κοινά αμυντικά οικοσυστήματα προϋποθέτει τεχνολογική αξιοπιστία. Το ΝΑΤΟ οφείλει να διαχειριστεί την Τουρκία όχι ως αντίπαλο, αλλά ως δύσκολο Σύμμαχο που πρέπει να κρατηθεί εντός κανόνων. Για την Ελλάδα, η στρατηγική πρόκληση είναι να καταδείξει ότι οι τουρκικές αποκλίσεις είναι πρόβλημα λειτουργίας της ίδιας της Συμμαχίας. Αν η Άγκυρα θέλει τα οφέλη της συμμαχικής ένταξης, πρέπει να αποδέχεται και τα όρια που αυτή συνεπάγεται.
Πρόσφατα σχόλια