Ο Εθνικός Διχασμός αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη και πλέον διαρκή πληγή της νεότερης ελληνικής ιστορίας, η οποία επηρέασε όχι μόνο την πολιτική ζωή της χώρας κατά τις δεκαετίες 1915–1935 αλλά και την έκβαση της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Η σύγκρουση ανάμεσα στον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α΄ δεν ήταν απλώς μια προσωπική διαμάχη, αλλά ένα βαθύ πολιτειακό και στρατηγικό ρήγμα που δίχασε την ελληνική κοινωνία, αποσταθεροποίησε τους θεσμούς και υπονόμευσε τη δυνατότητα της χώρας να ακολουθήσει συνεπή και ενιαία εξωτερική πολιτική.
Οι ρίζες του Διχασμού βρίσκονται στις αντιλήψεις περί της ελληνικής στρατηγικής κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Βενιζέλος, ευθυγραμμισμένος με το στρατόπεδο της Αντάντ, πίστευε ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στο πλευρό των νικητών θα εξασφάλιζε ευνοϊκή θέση στις μεταπολεμικές διαπραγματεύσεις και θα επέτρεπε την πραγμάτωση της Μεγάλης Ιδέας. Ο Κωνσταντίνος, με γερμανική στρατιωτική εκπαίδευση και οικογενειακούς δεσμούς με τον Κάιζερ, θεωρούσε ότι η ουδετερότητα θα διατηρούσε τη χώρα ασφαλή και θα απέτρεπε καταστροφές. Η αντιπαράθεση αυτή οδήγησε στη δημιουργία δύο αντίπαλων κέντρων εξουσίας, στην παράλληλη ύπαρξη δύο κυβερνήσεων (Αθήνας και Θεσσαλονίκης) και τελικά στην ανατροπή της μοναρχικής πολιτικής υπεροχής.
Κατά την περίοδο 1917–1920, ο Βενιζέλος κατόρθωσε να κυριαρχήσει πολιτικά και να εντάξει την Ελλάδα στο στρατόπεδο των νικητών, γεγονός που της εξασφάλισε την είσοδο στη Σμύρνη και τη Θράκη. Ωστόσο, οι εκλογές του Νοεμβρίου 1920 σηματοδότησαν την επιστροφή του Κωνσταντίνου και των αντιβενιζελικών στην εξουσία. Η εξέλιξη αυτή είχε πολλαπλές συνέπειες: διεθνώς, η Γαλλία και η Ιταλία, οι οποίες ήταν εχθρικά διακείμενες προς τον Κωνσταντίνο λόγω της στάσης του στον πόλεμο, απέσυραν σταδιακά την υποστήριξή τους, ενώ η Μεγάλη Βρετανία έμεινε ο μοναδικός –αλλά όχι απεριόριστος– σύμμαχος. Στο εσωτερικό, η πολιτική εκκαθάριση των βενιζελικών αξιωματικών από τον στρατό μείωσε την εμπειρία και τη συνοχή του εκστρατευτικού σώματος. Η στρατηγική συνέπεια του Διχασμού ήταν η αδυναμία διαμόρφωσης μιας μακροπρόθεσμης, σταθερής και εθνικά συναινετικής πολιτικής για τη Μικρά Ασία.
Ο Εθνικός Διχασμός υπονόμευσε επίσης την κοινωνική ενότητα που ήταν απαραίτητη για τη στήριξη ενός τόσο φιλόδοξου εγχειρήματος. Οι αντίπαλες πολιτικές παρατάξεις θεωρούσαν η μία την άλλη υπεύθυνη για κάθε στρατιωτική αποτυχία, ενώ η λαϊκή κόπωση από τη μακρόχρονη επιστράτευση και τις οικονομικές θυσίες οδήγησε σε διάχυτη δυσαρέσκεια. Το κράτος αδυνατούσε να διαχειριστεί αποτελεσματικά τη φορολογία, τον ανεφοδιασμό και τη διατήρηση του ηθικού του στρατού. Το πολιτικό κλίμα της περιόδου, φορτισμένο με αντεκδικήσεις, συνωμοσίες και συνομωσιολογικές αφηγήσεις, αποδείχθηκε καταστροφικό όταν το μέτωπο κατέρρευσε το 1922 και ακολούθησαν δίκες, εκτελέσεις και ένα νέο κύμα διώξεων.
Από την οπτική της πολιτικής επιστήμης, ο Διχασμός συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η θεσμική αδυναμία και η πόλωση μπορούν να παραλύσουν τον κρατικό μηχανισμό. Η έλλειψη υπερκομματικής στρατηγικής συναίνεσης οδηγεί σε αποφάσεις που βασίζονται περισσότερο σε κομματικά οφέλη παρά σε εθνικά συμφέροντα. Η περίπτωση της Μικρασιατικής Εκστρατείας δείχνει ότι η εξωτερική πολιτική και η στρατηγική επιτυχία απαιτούν πολιτική σταθερότητα, κοινωνική συσπείρωση και συνέπεια στόχων ανεξαρτήτως κυβερνήσεων.
Στη σύγχρονη εποχή, το δίδαγμα του Εθνικού Διχασμού είναι ιδιαίτερα επίκαιρο. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει προκλήσεις που απαιτούν μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό, όπως οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, οι ενεργειακοί σχεδιασμοί στην Ανατολική Μεσόγειο, η αμυντική θωράκιση και η οικονομική βιωσιμότητα. Η εμπειρία του 1915–1922 υποδεικνύει ότι η πολιτική πόλωση και η απουσία εθνικής συνεννόησης μπορούν να καταστήσουν τη χώρα ευάλωτη σε διεθνείς κρίσεις. Η θεσμική θωράκιση, η καλλιέργεια κουλτούρας διαλόγου και η διαμόρφωση στρατηγικής που υπερβαίνει τον εκλογικό κύκλο αποτελούν θεμελιώδεις προϋποθέσεις για την αποφυγή επανάληψης εθνικών τραγωδιών.
Ο Εθνικός Διχασμός δεν είναι απλώς ιστορικό γεγονός, αλλά ζωντανή υπενθύμιση ότι η ενότητα αποτελεί δύναμη αποτροπής και προϋπόθεση αποτελεσματικής εξωτερικής πολιτικής. Η μελέτη του, σε συνδυασμό με την εμπειρία της Μικρασιατικής Καταστροφής, προσφέρει πολύτιμο υλικό για την κατανόηση των σημερινών γεωπολιτικών προκλήσεων και την οικοδόμηση μιας στρατηγικής εθνικής ασφάλειας που θα βασίζεται στη συναίνεση, την προβλεψιμότητα και την ανθεκτικότητα του πολιτικού συστήματος.
Πρόσφατα σχόλια