Η προβληματική των εγγυήσεων ασφαλείας της Ουκρανίας εμπλέκει αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα μεγάλων δυνάμεων, ιστορικές μνήμες, θεσμικές αδυναμίες και στρατηγικές αντιλήψεις που διαμορφώνουν τη γεωπολιτική αρχιτεκτονική της Ευρώπης και κατ’ επέκταση του διεθνούς συστήματος. Το ουκρανικό ζήτημα δεν αφορά αποκλειστικά το ίδιο το Κίεβο, αλλά εγγράφεται στον πυρήνα της συζήτησης περί της παγκόσμιας ισορροπίας ισχύος, της σχέσης Ηνωμένων Πολιτειών–Ρωσίας–Κίνας, καθώς και της δυνατότητας της Ευρώπης να διαδραματίσει ρόλο πέραν της οικονομικής της ισχύος. Το ερώτημα ποιες θα μπορούσαν να είναι οι εγγυήσεις ασφαλείας της Ουκρανίας καθίσταται ιδιαίτερα επιτακτικό αν ληφθούν υπόψη τέσσερις θεμελιώδεις παράγοντες: πρώτον, η απουσία ρεαλιστικής προοπτικής ένταξης στο ΝΑΤΟ, δεύτερον, η ανικανότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να προσφέρει αξιόπιστες στρατηγικές εγγυήσεις λόγω έλλειψης πόρων και δομών, τρίτον, η ενδεχόμενη αμερικανική στρατηγική αναδιάταξη υπό τον Ντόναλντ Τραμπ που προτάσσει τον προσεταιρισμό του Πούτιν έναντι της αντιπαλότητας με την Κίνα, και τέταρτον, η ίδια η ρωσική στρατηγική βούληση να καταστήσει την Ουκρανία μια ουδέτερη ζώνη εκτός του δυτικού συλλογικού συστήματος ασφαλείας.
Η πιθανότητα ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ έχει περιορισθεί δραστικά λόγω θεσμικών, πολιτικών και στρατηγικών παραμέτρων. Η Συμμαχία λειτουργεί με αρχή ομοφωνίας και αποφεύγει συστηματικά την αποδοχή νέων μελών που βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση, καθώς κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στην αυτόματη ενεργοποίηση του Άρθρου 5 και θα ενέπλεκε όλες τις χώρες-μέλη σε πολεμική αναμέτρηση με τη Ρωσία, μια πυρηνική δύναμη. Επιπλέον, η διαφορετική γεωπολιτική κουλτούρα μεταξύ των κρατών-μελών οδηγεί σε αποκλίσεις: χώρες όπως η Πολωνία ή οι Βαλτικές Δημοκρατίες προκρίνουν την ένταξη του Κιέβου, ενώ κράτη όπως η Γερμανία ή η Ουγγαρία εμφανίζονται πιο διστακτικά, φοβούμενα την κλιμάκωση με τη Μόσχα. Το αποτέλεσμα είναι ένα στρατηγικό αδιέξοδο: η Ουκρανία διακηρυκτικά αναγνωρίζεται ως «υποψήφια» για ένταξη, αλλά ουσιαστικά η διαδικασία παραμένει παγωμένη και αβέβαιη. Επομένως, το ΝΑΤΟ, παρά τον θεσμικό του ρόλο, δεν προσφέρει άμεσες ή αξιόπιστες εγγυήσεις ασφάλειας στο Κίεβο.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, μολονότι διαθέτει τεράστια οικονομική και πολιτική επιρροή, αδυνατεί να αναλάβει ρόλο στρατηγικού εγγυητή. Η «στρατηγική αυτονομία» αποτελεί περισσότερο πολιτική διακήρυξη παρά απτή πραγματικότητα. Ούτε η PESCO ούτε το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας είναι σε θέση να παράσχουν στην Ουκρανία την προστασία που χρειάζεται. Η πολυδιάσπαση των στρατηγικών προτεραιοτήτων –με ορισμένα κράτη να εστιάζουν στη Μεσόγειο και άλλα στη Βαλτική– σε συνδυασμό με την απουσία ενιαίας ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, υπονομεύουν κάθε δυνατότητα η ΕΕ να λειτουργήσει ως στρατιωτικός εγγυητής. Η Ένωση περιορίζεται έτσι σε οικονομικές, ανθρωπιστικές και διπλωματικές στηρίξεις, οι οποίες, αν και απαραίτητες, δεν επαρκούν για να αποτρέψουν την προοπτική μιας νέας ρωσικής επιθετικότητας.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες η εικόνα είναι πιο περίπλοκη. Η αμερικανική στρατηγική, υπό την επιρροή του Τραμπισμού, φαίνεται να υιοθετεί μια ψυχροπολεμική εξισορρόπηση, όπου η Κίνα αναδεικνύεται στον υπ’ αριθμόν ένα αντίπαλο. Σε αυτή τη λογική, η Ρωσία δεν θεωρείται πλέον υπαρξιακή απειλή, αλλά πιθανός δευτερεύων εταίρος που θα μπορούσε να αποσπαστεί από τον άξονα Πεκίνου–Μόσχας. Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να οδηγήσει την Ουκρανία σε θέση διαπραγματευτικού χαρτιού ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Ρωσία, με σοβαρές συνέπειες για την ανεξαρτησία και την κυριαρχία της. Παρά τις διαβεβαιώσεις περί στρατιωτικής βοήθειας και οικονομικής ενίσχυσης, είναι αμφίβολο αν η Ουάσιγκτον θα δεσμευτεί να εμπλακεί στρατιωτικά υπέρ του Κιέβου σε περίπτωση γενικευμένης ρωσικής επίθεσης, ιδιαίτερα αν το στρατηγικό της ενδιαφέρον έχει μετατοπιστεί στην Ινδο-Ειρηνική και στην ανάσχεση της Κίνας.
Απέναντι σε αυτό το κενό ασφαλείας, η Ουκρανία καλείται να αναζητήσει εναλλακτικές λύσεις. Μια επιλογή είναι η δημιουργία ενός δικτύου διμερών ή πολυμερών συμφωνιών ασφαλείας με κράτη που έχουν εκδηλώσει μεγαλύτερη αποφασιστικότητα έναντι της Ρωσίας, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Πολωνία, τα κράτη της Βαλτικής και, υπό προϋποθέσεις, η Γαλλία. Παρότι τέτοιες συμφωνίες δεν διαθέτουν τη θεσμική βαρύτητα του ΝΑΤΟ, μπορούν να προσφέρουν πρακτική στρατιωτική στήριξη, ανταλλαγή πληροφοριών και αμυντική συνεργασία. Μια δεύτερη δυνατότητα είναι η οικοδόμηση ενός νέου περιφερειακού σχήματος ασφάλειας στην Ανατολική Ευρώπη, που θα ενοποιεί κράτη με κοινή αντίληψη της ρωσικής απειλής. Αν και τέτοια εγχειρήματα θα συναντήσουν θεσμικές και στρατιωτικές δυσκολίες, θα μπορούσαν να ενισχύσουν την αποτρεπτική ισχύ της Ουκρανίας μέσω συλλογικής δράσης.
Ωστόσο, οι εξωτερικές εγγυήσεις ασφαλείας δεν αρκούν από μόνες τους. Η ιστορική εμπειρία, ιδίως η αποτυχία του Μνημονίου της Βουδαπέστης το 1994, έχει καταδείξει ότι οι υποσχέσεις χωρίς μηχανισμούς επιβολής είναι κενές περιεχομένου. Η Ουκρανία οφείλει, επομένως, να επενδύσει στη δική της αποτρεπτική ισχύ. Κατά τα πρότυπα κρατών όπως η Φινλανδία, η χώρα μπορεί να οικοδομήσει μια στρατηγική «κρατικής αυτοάμυνας» βασισμένη στη γενικευμένη κινητοποίηση, στην ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας, στην ανάπτυξη προηγμένων συστημάτων αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας, καθώς και στη διασπορά κρίσιμων υποδομών ώστε να μειώνεται η τρωτότητα. Μια τέτοια στρατηγική θα αύξανε το κόστος μιας ρωσικής εισβολής σε βαθμό που να λειτουργεί αποτρεπτικά, ακόμη και ελλείψει ισχυρών εξωτερικών εγγυήσεων.
Στην εξίσωση αυτή πρέπει να ληφθεί υπόψη και η ρωσική οπτική. Ο Πούτιν αντιλαμβάνεται την Ουκρανία όχι μόνο ως ιστορικό και πολιτισμικό χώρο σύνδεσης με τη ρωσική ταυτότητα, αλλά και ως κρίσιμο γεωστρατηγικό ανάχωμα. Η επιθυμία του είναι να μετατραπεί το ουκρανικό κράτος σε μια ουδέτερη ζώνη, αποσπασμένη από κάθε δυτική στρατηγική αρχιτεκτονική, ώστε να εξασφαλίζεται η ρωσική ασφάλεια. Οποιαδήποτε μορφή εγγύησης που θα επέτρεπε την ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ ή σε ισχυρό δυτικό αμυντικό σχήμα θεωρείται από τη Μόσχα απαράδεκτη. Αυτό σημαίνει ότι η διαμόρφωση ενός νέου συμβιβασμού ενδέχεται να απαιτήσει τη θεσμοθέτηση ενός καθεστώτος ουδετερότητας, αλλά υπό όρους που θα είναι αποδεκτοί και από το Κίεβο και από τη Δύση, κάτι που φαντάζει εξαιρετικά δύσκολο δεδομένου του ιστορικού παραβιάσεων και αθέτησης δεσμεύσεων εκ μέρους της Ρωσίας.
Συνεκτιμώντας όλα τα παραπάνω, η Ουκρανία βρίσκεται ενώπιον μιας υπαρξιακής πρόκλησης που δεν επιδέχεται απλές λύσεις. Το ΝΑΤΟ είναι απρόσιτο, η ΕΕ αδύναμη, οι ΗΠΑ ασταθείς και ενδεχομένως διατεθειμένες να χρησιμοποιήσουν το ουκρανικό ζήτημα ως διαπραγματευτικό χαρτί έναντι της Μόσχας, ενώ η Ρωσία απαιτεί ουδετερότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, οι μόνες ρεαλιστικές εγγυήσεις ασφαλείας που απομένουν είναι η συνδυασμένη στρατηγική της εσωτερικής ενίσχυσης και αυτοάμυνας, της δικτύωσης με πρόθυμα κράτη της Δύσης και της διαρκούς διπλωματικής προσπάθειας για να μην καταστεί η χώρα «αναλώσιμο πιόνι» στη σύγκρουση μεγάλων δυνάμεων. Το ουκρανικό ζήτημα δεν αποτελεί μόνο μια περιφερειακή διαμάχη, αλλά αναδεικνύεται σε κεντρικό πεδίο όπου θα κριθεί το μέλλον της διεθνούς τάξης, η ισορροπία ισχύος και η ίδια η βιωσιμότητα των μηχανισμών συλλογικής ασφάλειας.
Πρόσφατα σχόλια