Τα «Σεπτεμβριανά» του 1955 αποτελούν το αποκορύφωμα ενός συστηματικού πογκρόμ καθοδηγούμενο από την κυβέρνηση Μεντερές, με στόχο την καταστροφή της πολυπληθούς και ακμάζουσας ελληνικής κοινότητας της Πόλης, η οποία τότε αριθμούσε περίπου 100.000 κατοίκους και σήμερα περιορίζεται σε μόλις 2.000. Το πογκρόμ υπήρξε η κορύφωση μιας στρατηγικά σχεδιασμένης διαδικασίας πολιτικής, κοινωνικής και πολιτισμικής καταπίεσης, η οποία αποσκοπούσε στον εκτουρκισμό της Κωνσταντινούπολης και στη συστηματική περιθωριοποίηση των Ελλήνων.
Την εποχή εκείνη, η Τουρκία βρισκόταν υπό την διακυβέρνηση του Δημοκρατικού Κόμματος και του πρωθυπουργού Αντνάν Μεντερές, ο οποίος αξιοποίησε τον θρησκευτικό παράγοντα για να ενισχύσει την πολιτική κυριαρχία του, προκαλώντας αντιδράσεις από το κεμαλικό κατεστημένο. Παράλληλα, η οικονομία της Τουρκίας αντιμετώπιζε δυσκολίες, ενώ το Κυπριακό ζήτημα και οι διεκδικήσεις των Ελληνοκυπρίων δημιούργησαν πρόσφορο έδαφος για καλλιέργεια εθνικιστικού κλίματος και για στοχοποίηση της ελληνικής κοινότητας. Στις 28 Αυγούστου 1955, ο Μεντερές ισχυρίστηκε ότι οι Ελληνοκύπριοι σχεδίαζαν σφαγές κατά των Τουρκοκυπρίων, ενισχύοντας την προπαγανδιστική βάση για τις επερχόμενες επιθέσεις.
Η άμεση αφορμή για την εκδήλωση των Σεπτεμβριανών δόθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 1955 με την έκρηξη ενός αυτοσχέδιου μηχανισμού στο Τουρκικό Προξενείο της Θεσσαλονίκης, στο σπίτι όπου είχε γεννηθεί ο Κεμάλ Ατατούρκ. Παρά τις περιορισμένες υλικές ζημιές, οι τουρκικές εφημερίδες μεγιστοποίησαν το περιστατικό, παρουσιάζοντας παραποιημένες φωτογραφίες και προκλητικούς τίτλους, προωθώντας την εκρηκτική κοινωνική διάθεση.
Την ίδια ημέρα, περίπου 50.000 Τούρκοι οργανωμένοι μεταφέρθηκαν στα σημεία των ταραχών και στράφηκαν κατά ελληνικών περιουσιών στη συνοικία Πέραν. Οι επιθέσεις περιλάμβαναν λεηλασίες καταστημάτων και κατοικιών, βανδαλισμούς σχολείων, εκκλησιών και εργοστασίων, βιασμούς γυναικών, περιτομές ανδρών και επιθέσεις κατά ιερέων. Η κατάσταση τελικά σταθεροποιήθηκε μόνο μετά την παρέμβαση του στρατού το πρωί της 7ης Σεπτεμβρίου, καθώς μέχρι τότε οι αρχές παρέμειναν παθητικές. Οι καταστροφές ήταν εκτεταμένες: 4.348 ελληνικά καταστήματα, 11 ξενοδοχεία, 27 φαρμακεία, 23 σχολεία, 21 εργοστάσια, 73 εκκλησίες και περίπου 1.000 κατοικίες καταστράφηκαν ολοσχερώς. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές ήταν επίσης σημαντικές: 16 Έλληνες έχασαν τη ζωή τους, 36 τραυματίστηκαν, ενώ 16 Ελληνίδες υπέστησαν σεξουαλική βία. Επιπλέον, ένας Αρμένιος σκοτώθηκε και αρκετοί ιερείς υπέστησαν κακοποίηση. Οι επιθέσεις εξαπλώθηκαν και σε άλλες πόλεις, όπως η Σμύρνη, όπου καταστράφηκε ελληνικό περίπτερο στη Διεθνή Έκθεση και εκκλησίες. Το οικονομικό κόστος εκτιμήθηκε από διεθνείς οργανισμούς σε 150 εκατομμύρια δολάρια και από την ελληνική κυβέρνηση σε 500 εκατομμύρια δολάρια.
Η τουρκική κυβέρνηση, αρχικά, απέδωσε τις ευθύνες στους κομμουνιστές, αλλά οι αναφορές των ξένων πρεσβειών κατέδειξαν τη σαφή ευθύνη της για τις βιαιοπραγίες. Οι προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης να διεθνοποιήσει το ζήτημα απέβησαν άκαρπες, καθώς οι ΗΠΑ και η Βρετανία, λόγω γεωστρατηγικών συμφερόντων, απέφυγαν να ασκήσουν ουσιαστική πίεση. Το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών ήταν από τους λίγους διεθνείς φορείς που απαίτησαν εξηγήσεις για την καταστροφή περίπου του 90% των Ορθόδοξων ναών της Κωνσταντινούπολης.
Η αβεβαιότητα και η οικονομική αιμορραγία που ακολούθησαν εξανάγκασαν πολλούς Έλληνες να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα. Το τουρκικό κράτος υπό τον Τζελάλ Μπαγιάρ υποσχέθηκε αποζημίωση, η οποία όμως δεν υπερέβη το 20% της πραγματικής αξίας των περιουσιών, οι οποίες είχαν υποτιμηθεί δραματικά. Το 1961, κατά τη δίκη του Μεντερές για εσχάτη προδοσία, ήρθαν στο φως περισσότερες λεπτομέρειες για τα γεγονότα, ενώ το 1995 η αμερικανική Γερουσία κάλεσε τον Πρόεδρο Κλίντον να καθιερώσει την 6η Σεπτεμβρίου ως Ημέρα Μνήμης για τα θύματα του πογκρόμ.
Ανάλυση των Σεπτεμβριανών καταδεικνύει ότι επρόκειτο για ένα πολύπλευρο φαινόμενο, που συνδύαζε πολιτική στρατηγική, οργανωμένη κοινωνική βία, πολιτισμική καταστροφή και διεθνή αδράνεια. Η πολιτική διάσταση αναδεικνύει τη χρήση του εθνικισμού ως εργαλείου κοινωνικού ελέγχου από την τουρκική εξουσία, η κοινωνική διάσταση εξετάζει την αποδυνάμωση της ελληνικής κοινότητας, ενώ η πολιτισμική επικεντρώνεται στην καταστροφή σχολείων, εκκλησιών και πολιτιστικών κέντρων. Η διεθνής διάσταση αποκαλύπτει την αδράνεια των συμμάχων κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, γεγονός που επέτρεψε την ατιμωρησία των δραστών και τη διαρκή περιθωριοποίηση της ελληνικής κοινότητας.
Η 6η Σεπτεμβρίου παραμένει ημέρα μνήμης για τα θύματα των Σεπτεμβριανών, υπενθυμίζοντας την αδικία, τη βία και τον πόνο που υπέστη η ελληνική κοινότητα της Κωνσταντινούπολης. Τα γεγονότα αυτά συνιστούν ένα από τα πλέον καθοριστικά παραδείγματα της οργανωμένης πολιτικής βίας και των μακροπρόθεσμων κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών συνεπειών της, αφήνοντας ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ιστορική μνήμη του Ελληνισμού
Πρόσφατα σχόλια