Ο νέος στόχος του ΝΑΤΟ για δαπάνες 5% του ΑΕΠ έως το 2035 αποτελεί  μεταβολή της ίδιας της πολιτικής οικονομίας της Συμμαχίας. Το παλαιό 2% λειτουργούσε κυρίως ως δείκτης κατανομής βαρών και ως μέτρο πολιτικής συμμόρφωσης: ποια κράτη «πληρώνουν» αρκετά για την κοινή άμυνα και ποια στηρίζονται υπερβολικά στην αμερικανική εγγύηση. Το νέο 5%, όμως, είναι κάτι πολύ βαθύτερο. Μεταφέρει την άμυνα από το επίπεδο της ετήσιας λογιστικής δαπάνης στο επίπεδο της συνολικής κρατικής αναδιάταξης. Δεν ζητά απλώς περισσότερα χρήματα για στρατούς. Ζητά κράτη ικανά να παράγουν, να χρηματοδοτούν, να αποθηκεύουν, να μετακινούν, να προστατεύουν υποδομές, να αντέχουν σε υβριδικές απειλές και να στηρίζουν μακροχρόνια αποτροπή. Η άμυνα παύει να είναι ένας κλειστός τομέας υπουργείων Άμυνας και γίνεται κεντρική μεταβλητή της δημοσιονομικής, βιομηχανικής, τεχνολογικής και κοινωνικής πολιτικής.

Η δέσμευση της Χάγης το 2025 είναι ακριβώς τομή επειδή εισάγει διπλή δομή. Από τη μία πλευρά, οι Σύμμαχοι δεσμεύονται σε τουλάχιστον 3,5% του ΑΕΠ για τις βασικές αμυντικές απαιτήσεις και τους στόχους ικανοτήτων του ΝΑΤΟ. Από την άλλη, επιτρέπεται να υπολογίζονται έως 1,5% του ΑΕΠ σε ευρύτερες δαπάνες άμυνας και ασφάλειας: κρίσιμες υποδομές, κυβερνοάμυνα, πολιτική ετοιμότητα, ανθεκτικότητα, καινοτομία και αμυντική βιομηχανική βάση. Αυτή η διάκριση είναι αποκαλυπτική. Το ΝΑΤΟ αναγνωρίζει ότι η σύγχρονη αποτροπή δεν εξαντλείται σε μονάδες μάχης, αεροσκάφη, πλοία, άρματα και πυρομαχικά. Περιλαμβάνει δίκτυα ηλεκτρισμού, λιμάνια, σιδηροδρόμους, ψηφιακά συστήματα, δορυφορικές υπηρεσίες, εφοδιαστικές αλυσίδες, παραγωγή κρίσιμων υλικών, κοινωνική ανθεκτικότητα και πολιτική προστασία. Η Συμμαχία δεν ζητά μόνο ισχυρότερους στρατούς· ζητά κοινωνίες και κράτη που μπορούν να λειτουργήσουν υπό συνθήκες στρατηγικής πίεσης.

Η πολιτική οικονομία του 5% ξεκινά από ένα απλό αλλά βαρύ ερώτημα: ποιος θα πληρώσει την ασφάλεια της Ευρώπης; Για τρεις δεκαετίες μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, πολλές ευρωπαϊκές χώρες απόλαυσαν το λεγόμενο peace dividend, δηλαδή τη δυνατότητα να μειώνουν σχετικές αμυντικές δαπάνες και να διοχετεύουν πόρους σε κοινωνικό κράτος, υποδομές, φορολογικές ελαφρύνσεις, πράσινη πολιτική ή δημοσιονομική σταθερότητα. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η φθορά των ευρωπαϊκών αποθεμάτων, η αμερικανική πίεση για burden sharing και η επιστροφή πολέμου μεγάλης κλίμακας στην Ευρώπη διέλυσαν αυτή την άνεση. Η ασφάλεια δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως δωρεάν εξωτερικό αγαθό που παρέχεται πρωτίστως από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 5% είναι, επομένως, η θεσμική ονομασία του τέλους της ευρωπαϊκής στρατηγικής αφέλειας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η μετάβαση είναι δημοσιονομικά εύκολη. Το Reuters, παραμονές της Συνόδου της Άγκυρας, καταγράφει ήδη δύο στρατόπεδα στην Ευρώπη: χώρες όπως η Γερμανία, η Πολωνία και αρκετές βόρειες και ανατολικές χώρες κινούνται ταχύτερα προς την αύξηση δαπανών, ενώ άλλες μεγάλες οικονομίες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Ιταλία αντιμετωπίζουν σοβαρούς δημοσιονομικούς και πολιτικούς περιορισμούς. Η ίδια ανάλυση σημειώνει ότι τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ και ο Καναδάς πρόσθεσαν περίπου 90 δισ. δολάρια σε πραγματικούς όρους το 2025 σε σχέση με το 2024, αλλά η πρόοδος παραμένει άνιση και η αξιοπιστία της μακροπρόθεσμης πορείας παραμένει αμφισβητήσιμη. Εδώ φαίνεται η ουσία: το 5% δεν είναι απλώς στόχος άμυνας. Είναι ανακατανομή εθνικών προτεραιοτήτων μέσα σε κοινωνίες ήδη πιεσμένες από χρέος, γήρανση, κόστος ζωής, υγεία, στέγαση, πράσινη μετάβαση και τεχνολογική ανταγωνιστικότητα.

Η πολιτική σημασία του στόχου βρίσκεται στο ότι μετατρέπει την ασφάλεια σε διαρκή δημοσιονομική προτεραιότητα. Αν μια χώρα πρέπει να κινηθεί προς 3,5% καθαρών αμυντικών δαπανών και επιπλέον έως 1,5% σε ευρύτερες δαπάνες ασφάλειας, τότε η άμυνα παύει να είναι κυκλική δαπάνη που αυξάνεται σε περιόδους κρίσης και μειώνεται σε περιόδους ηρεμίας. Γίνεται σταθερός πυλώνας του κρατικού προϋπολογισμού. Αυτό επηρεάζει φόρους, χρέος, ελλείμματα, κοινωνικές παροχές, δημόσιες επενδύσεις και πολιτικές προτεραιότητες. Δεν υπάρχει ουδέτερη αύξηση αμυντικών δαπανών αυτού του μεγέθους. Κάθε ευρώ που πηγαίνει στην άμυνα πρέπει είτε να προέλθει από επιπλέον φορολογικούς πόρους, είτε από δανεισμό, είτε από περικοπή άλλων δαπανών, είτε από αναταξινόμηση δαπανών ως «συναφών με την ασφάλεια». Έτσι, η αμυντική πολιτική εισέρχεται στον πυρήνα της κοινωνικής σύγκρουσης.

Αυτό δημιουργεί και πρόβλημα δημοκρατικής νομιμοποίησης. Οι κυβερνήσεις μπορούν να συμφωνούν σε Συνόδους ότι η απειλή είναι σοβαρή και ότι η αποτροπή απαιτεί δαπάνες. Οι κοινωνίες όμως θα ζητήσουν απαντήσεις σε πολύ συγκεκριμένα ερωτήματα: γιατί πρέπει να αυξηθούν οι αμυντικές δαπάνες όταν πιέζονται τα νοσοκομεία; γιατί πρέπει να χρηματοδοτηθούν νέες πλατφόρμες όταν η στέγαση γίνεται απρόσιτη; γιατί πρέπει να ενισχυθεί η πολεμική βιομηχανία όταν υπάρχουν ενεργειακές και κοινωνικές ανάγκες; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλή επίκληση του φόβου. Πρέπει να εξηγηθεί ότι η ασφάλεια είναι προϋπόθεση της ευημερίας, όχι ανταγωνιστής της από τη φύση της. Χωρίς αποτροπή, κρίσιμες υποδομές, οικονομική σταθερότητα, εφοδιαστικές αλυσίδες, ενεργειακή ασφάλεια και δημοκρατική κυριαρχία γίνονται ευάλωτες. Όμως αυτή η εξήγηση πρέπει να είναι σοβαρή και όχι προπαγανδιστική. Αν το 5% παρουσιαστεί ως τεχνοκρατική επιβολή άνωθεν, θα ενισχύσει αντινατοϊκές, λαϊκιστικές ή απομονωτικές αντιδράσεις.

Η νέα πολιτική οικονομία της Συμμαχίας αφορά επίσης τη βιομηχανία. Η εμπειρία της Ουκρανίας απέδειξε ότι οι δυτικές χώρες διαθέτουν προηγμένη τεχνολογία, αλλά όχι πάντα επαρκή παραγωγική κλίμακα για πόλεμο φθοράς. Πυρομαχικά, αντιαεροπορικά συστήματα, drones, ανταλλακτικά, αισθητήρες, κινητήρες, εκρηκτικά, μικροηλεκτρονικά και συστήματα διοίκησης απαιτούν βιομηχανική βάση που δεν μπορεί να δημιουργηθεί στιγμιαία. Γι’ αυτό το ΝΑΤΟ συνδέει τη Σύνοδο της Άγκυρας με το NATO Summit Defence Industry Forum, το οποίο εστιάζει στην παραγωγή, στις επενδύσεις, στην καινοτομία, στις κοινές προμήθειες και στη βιομηχανική αποτροπή. Το ίδιο το ΝΑΤΟ επισημαίνει ότι δεν υπάρχει ισχυρή άμυνα χωρίς ισχυρή αμυντική βιομηχανία και ότι το ζητούμενο είναι πώς το 5% μετατρέπεται σε αυξημένη παραγωγή, συνεργασία και joint procurement.

Η βιομηχανική διάσταση είναι αποφασιστική διότι το χρήμα από μόνο του δεν αποτρέπει. Αν οι αμυντικοί προϋπολογισμοί αυξηθούν, αλλά οι γραμμές παραγωγής παραμείνουν στενές, οι αλυσίδες εφοδιασμού ευάλωτες και οι διαδικασίες προμηθειών αργές, το 5% θα παράγει λογιστική συμμόρφωση χωρίς πραγματική ισχύ. Η αποτροπή δεν μετριέται μόνο ως ποσοστό ΑΕΠ· μετριέται σε ταξιαρχίες σε ετοιμότητα, πυρομαχικά διαθέσιμα, συστήματα σε υπηρεσία, βιομηχανική αναπλήρωση, διαλειτουργικότητα, εκπαιδευμένο προσωπικό, αποθέματα καυσίμων, επισκευαστική ικανότητα και δυνατότητα γρήγορης μεταφοράς δυνάμεων. Η πολιτική οικονομία του 5% συνεπώς απαιτεί μετάβαση από την αγορά εξοπλισμών στην οργάνωση παραγωγικού οικοσυστήματος ασφάλειας.

Η μετάβαση αυτή αλλάζει και τη σχέση κράτους-αγοράς. Για δεκαετίες, η νεοφιλελεύθερη ευρωπαϊκή οικονομική σκέψη ευνοούσε την ιδέα ότι η αγορά κατανέμει αποτελεσματικά πόρους και ότι το κράτος πρέπει να περιορίζει παρεμβάσεις. Η άμυνα όμως δεν λειτουργεί με την ίδια λογική. Η αμυντική παραγωγή απαιτεί μακροχρόνιες παραγγελίες, εγγυήσεις ζήτησης, κρατική χρηματοδότηση έρευνας, προστασία κρίσιμων τεχνολογιών, στρατηγικά αποθέματα και πολιτικές αποφάσεις για το τι πρέπει να μπορεί να παράγει η Συμμαχία εντός της δικής της βιομηχανικής βάσης. Το 5% επαναφέρει το κράτος ως αγοραστή, επενδυτή, οργανωτή και εγγυητή παραγωγής. Δεν αρκεί να «υπάρχουν χρήματα». Πρέπει να υπάρχουν παραγγελίες αξιόπιστες για αρκετά χρόνια, ώστε οι επιχειρήσεις να επενδύσουν σε εργοστάσια, προσωπικό, έρευνα και αποθέματα.

Η νέα αυτή λογική έχει και κοινωνική διάσταση. Η αμυντική βιομηχανία δεν είναι μόνο όπλα· είναι θέσεις εργασίας, τεχνογνωσία, περιφερειακή βιομηχανική πολιτική, πανεπιστημιακή έρευνα, μηχανικοί, τεχνίτες, ψηφιακές δεξιότητες και παραγωγικές αλυσίδες. Αν το 5% μετατραπεί κυρίως σε εισαγωγές έτοιμων αμερικανικών συστημάτων, η Ευρώπη θα αυξήσει τη στρατιωτική της ικανότητα βραχυπρόθεσμα αλλά θα διαιωνίσει βιομηχανική εξάρτηση. Αν, αντίθετα, ένα ουσιαστικό μέρος των πόρων στηρίξει ευρωπαϊκή παραγωγή, κοινές προμήθειες και τεχνολογική κλίμακα, τότε η αμυντική δαπάνη μπορεί να γίνει παράγοντας παραγωγικής ανασυγκρότησης. Η επιλογή αυτή δεν είναι απλώς βιομηχανική. Είναι γεωπολιτική. Όποιος παράγει τα κρίσιμα συστήματα έχει μεγαλύτερη αυτονομία από όποιον απλώς τα αγοράζει.

Το 5% μεταβάλλει επίσης την εσωτερική ιεραρχία της Συμμαχίας. Τα κράτη που μπορούν να χρηματοδοτούν, να παράγουν και να αναπτύσσουν δυνάμεις αποκτούν αυξημένο βάρος. Η Πολωνία, οι Βαλτικές χώρες, η Φινλανδία και άλλα κράτη της ανατολικής και βόρειας πτέρυγας αποκτούν δυσανάλογη στρατηγική αξία επειδή συνδυάζουν υψηλή αντίληψη απειλής με γρήγορη αύξηση δαπανών. Αντίθετα, μεγάλες οικονομίες που αδυνατούν να ακολουθήσουν αξιόπιστη τροχιά μπορεί να βρεθούν υπό πολιτική πίεση.

Για την Ελλάδα, το ζήτημα έχει ιδιαίτερη σημασία. Η χώρα βρίσκεται ήδη παραδοσιακά ψηλά στις αμυντικές δαπάνες σε σχέση με το ΑΕΠ, λόγω της τουρκικής αναθεωρητικής πίεσης και της ιδιαίτερης γεωγραφίας της στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο και στα Βαλκάνια. Η νέα λογική του 5% δίνει στην Ελλάδα δυνατότητα να παρουσιάσει την αμυντική της προσπάθεια όχι ως εθνική ιδιορρυθμία, αλλά ως συμβολή στη συλλογική αποτροπή. Όμως δημιουργεί και πρόκληση: η Ελλάδα δεν πρέπει να είναι μόνο χώρα υψηλής αμυντικής δαπάνης και μεγάλης εισαγωγής οπλικών συστημάτων. Πρέπει να επιδιώξει παραγωγική συμμετοχή στη νέα αμυντική βιομηχανική οικονομία της Συμμαχίας, αξιοποιώντας ναυπηγεία, ηλεκτρονικά, drones, συντήρηση, υποδομές, logistics και ερευνητικά κέντρα. Το 5% μπορεί να γίνει είτε απλώς δημοσιονομικό βάρος είτε ευκαιρία παραγωγικής αναβάθμισης.

Το πιο κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι η νέα πολιτική οικονομία της Συμμαχίας δεν μπορεί να είναι μόνο στρατιωτική. Πρέπει να είναι θεσμικά πειστική, κοινωνικά ανθεκτική και παραγωγικά οργανωμένη. Αν το 5% οδηγήσει σε κοινωνική δυσαρέσκεια, σε πελατειακές προμήθειες, σε δημοσιονομική ασφυξία ή σε σπατάλη, θα υπονομεύσει τη νομιμοποίηση της αποτροπής. Αν όμως συνδεθεί με σοβαρή βιομηχανική πολιτική, διαφάνεια, ευρωπαϊκή συμπαραγωγή, πολιτική προστασία, κυβερνοασφάλεια, ανθεκτικότητα και κοινωνική εξήγηση της απειλής, μπορεί να γίνει θεμέλιο μιας νέας στρατηγικής ενηλικίωσης της Ευρώπης. Η άμυνα δεν είναι απλώς δαπάνη· είναι οργανωμένη ικανότητα να προστατεύεται ο πολιτικός και κοινωνικός τρόπος ζωής.

Η Συμμαχία εισέρχεται σε περίοδο όπου η αποτροπή απαιτεί κράτη με δημοσιονομική αντοχή, βιομηχανική βάση, κοινωνική συναίνεση και πολιτική αποφασιστικότητα. Το 5% αλλάζει την ίδια τη σχέση άμυνας και κοινωνίας: φέρνει την ασφάλεια στο κέντρο της οικονομικής πολιτικής και υποχρεώνει τις δημοκρατίες να εξηγήσουν στους πολίτες γιατί η ελευθερία, η ευημερία και η κυριαρχία έχουν υλικό κόστος.