Η σημερινή φάση της κρίσης στα Στενά του Ορμούζ χαρακτηρίζεται από μια κρίσιμη μετατόπιση: το επίκεντρο δεν βρίσκεται πλέον αποκλειστικά στην άμεση στρατιωτική δυνατότητα διάνοιξης ή προστασίας της ναυσιπλοΐας, αλλά στη διαμόρφωση ενός προσωρινού πολιτικού πλαισίου που θα επιτρέψει την αποκλιμάκωση χωρίς να απαιτεί άμεση επίλυση όλων των στρατηγικών διαφορών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν διερευνούν ένα βραχυπρόθεσμο μνημόνιο για τερματισμό της σύγκρουσης, αποσυμφόρηση της ναυσιπλοΐας στα Στενά και άνοιγμα περιόδου περίπου τριάντα ημερών για ευρύτερες διαπραγματεύσεις. Η σημασία αυτής της εξέλιξης είναι ουσιώδης, διότι δείχνει ότι οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν, έστω και με διαφορετική πολιτική γλώσσα, πως η παράταση της κρίσης παράγει κόστος που υπερβαίνει την άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση.
Η λογική μιας προσωρινής συμφωνίας είναι ρεαλιστική, αλλά όχι απλή. Δεν επιδιώκει να λύσει τα βαθύτερα ζητήματα της αμερικανοϊρανικής αντιπαράθεσης, ούτε να εξουδετερώσει πλήρως τις στρατηγικές καχυποψίες που έχουν συσσωρευθεί. Επιχειρεί κάτι διαφορετικό: να αποσυνδέσει την άμεση ανάγκη ασφαλούς ναυσιπλοΐας από τα μεγαλύτερα ζητήματα που απαιτούν μακρότερη διαπραγμάτευση. Αυτό είναι πολιτικά χρήσιμο, διότι επιτρέπει τη μερική αποκλιμάκωση χωρίς συνολική συμφωνία. Είναι όμως και επικίνδυνο, διότι κάθε προσωρινή διευθέτηση μπορεί να καταρρεύσει αν μία πλευρά θεωρήσει ότι η άλλη αξιοποιεί τον χρόνο για στρατιωτική, οικονομική ή διπλωματική ανασύνταξη.
Η προσωρινή παύση του Project Freedom εντάσσεται ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο. Ο Τραμπ δήλωσε ότι η επιχείρηση για την επαναλειτουργία των Στενών θα παγώσει για μικρό διάστημα, ώστε να διαπιστωθεί αν μπορεί να οριστικοποιηθεί συμφωνία, ενώ ο αμερικανικός αποκλεισμός παραμένει σε ισχύ. Αυτό δημιουργεί ένα σχήμα ελεγχόμενης πίεσης: η Ουάσιγκτον δεν εγκαταλείπει τα μέσα καταναγκασμού, αλλά αποφεύγει την πλήρη επιχειρησιακή κλιμάκωση όσο υπάρχουν πιθανότητες συμφωνίας. Η πρακτική αυτή έχει προηγούμενα στη διεθνή διπλωματία κρίσεων, όπου η στρατιωτική πίεση δεν αίρεται πλήρως, αλλά ρυθμίζεται ώστε να μην εκτροχιάσει τη διαπραγμάτευση.
Το πρόβλημα είναι ότι οι προσωρινές συμφωνίες απαιτούν υψηλή ακρίβεια εφαρμογής. Δεν αρκεί να συμφωνηθεί η αρχή της επαναλειτουργίας των Στενών. Πρέπει να καθοριστεί ποιος εγγυάται τη διέλευση, ποια πλοία υπάγονται στο νέο πλαίσιο, πώς θα αντιμετωπίζονται τα σκάφη υπό κυρώσεις, ποια διαδρομή θεωρείται ασφαλής, ποιος ενημερώνει τις ναυτιλιακές εταιρείες, πώς αποφεύγονται περιστατικά με drones ή ταχύπλοα, τι συμβαίνει σε περίπτωση νέας επίθεσης και ποιος μηχανισμός επιβεβαιώνει τη συμμόρφωση. Η διπλωματική ασάφεια μπορεί να βοηθήσει στη συμφωνία, αλλά η επιχειρησιακή ασάφεια μπορεί να προκαλέσει νέα κρίση.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ο ρόλος των διαμεσολαβητών. Το Reuters αναφέρει ότι το Πακιστάν διαδραματίζει ρόλο στη διαδικασία, στοιχείο που δείχνει ότι η κρίση δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως διμερής αντιπαράθεση, αλλά ως πρόβλημα ευρύτερης περιφερειακής σταθερότητας. Η διαμεσολάβηση είναι απαραίτητη επειδή επιτρέπει σε κάθε πλευρά να μεταφέρει μηνύματα χωρίς να εμφανίζεται ότι υποχωρεί δημοσίως. Σε κρίσεις γοήτρου, η δυνατότητα έμμεσης επικοινωνίας είναι συχνά πιο χρήσιμη από τις δημόσιες δηλώσεις.
Το πιο κρίσιμο ζήτημα, ωστόσο, είναι η σχέση ανάμεσα στη συμφωνία και στην αγορά. Οι κυβερνήσεις μπορούν να ανακοινώσουν πρόοδο, αλλά οι ναυτιλιακές εταιρείες, οι ασφαλιστές και οι ενεργειακές αγορές θα πεισθούν μόνο αν υπάρξει επαναλαμβανόμενη, ασφαλής και νομικά καθαρή διέλευση. Η εμπιστοσύνη της αγοράς δεν αποκαθίσταται με πολιτική αισιοδοξία. Απαιτεί πρακτικά αποτελέσματα. Γι’ αυτό μια προσωρινή συμφωνία που θα μείνει σε επίπεδο διακήρυξης θα έχει περιορισμένη αξία, ενώ μια τεχνικά λεπτομερής και επαληθεύσιμη συμφωνία μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα προς ευρύτερη αποκλιμάκωση.
Πρόσφατα σχόλια