Η εκλογική ήττα του Βίκτορ Όρμπαν σηματοδοτεί το τέλος ενός παρατεταμένου κύκλου εξουσίας που είχε κατορθώσει να μετατρέψει την εκλογική κυριαρχία σε συνολικό καθεστώς πολιτικής ηγεμονίας. Η πτώση του Όρμπαν, ύστερα από δεκαέξι χρόνια συνεχούς διακυβέρνησης, δεν προέκυψε επειδή η ουγγρική κοινωνία μετακινήθηκε αιφνιδίως προς ένα αντίθετο ιδεολογικό άκρο. Προέκυψε επειδή η καθημερινότητα, η οικονομική πίεση, η κόπωση από τη μακρά παραμονή ενός κόμματος στην εξουσία και η αίσθηση συστημικής διαφθοράς υπερίσχυσαν της επικοινωνιακής αρχιτεκτονικής πάνω στην οποία είχε οικοδομηθεί το μοντέλο Όρμπαν. Η κοινωνία δεν ψήφισε μόνο υπέρ ενός νέου πολιτικού φορέα. Ψήφισε πρωτίστως εναντίον της αίσθησης ότι η εξουσία είχε καταστεί κλειστό σύστημα, αυτάρκες, αλαζονικό και ολοένα λιγότερο ικανό να απαντήσει στα πραγματικά προβλήματα των πολιτών.
Η νίκη του Πέτερ Μάγιαρ και του Tisza έχει ιστορική βαρύτητα, όχι μόνο λόγω της έκτασης του αποτελέσματος, αλλά κυρίως λόγω του πολιτικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο επιτεύχθηκε. Ο Όρμπαν δεν ήταν ένας συνηθισμένος πρωθυπουργός που έχασε εκλογές. Υπήρξε ο κεντρικός αρχιτέκτονας ενός ιδιότυπου καθεστώτος «ανελεύθερης δημοκρατίας», το οποίο διατήρησε τους τύπους της εκλογικής νομιμοποίησης, ενώ σταδιακά περιόρισε την ουσιαστική ισορροπία θεσμών, μέσων ενημέρωσης, δικαιοσύνης, δημόσιας διοίκησης και οικονομικής ισχύος. Η ουγγρική περίπτωση αποτέλεσε για χρόνια εργαστήριο πολιτικού αυταρχισμού εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης: ένα μοντέλο που δεν καταργούσε ανοιχτά τις εκλογές, αλλά διαμόρφωνε τους όρους διεξαγωγής τους με τρόπο που καθιστούσε εξαιρετικά δυσχερή την απομάκρυνση της κυβερνώσας παράταξης από την εξουσία. Ακριβώς γι’ αυτό η ήττα του έχει σημασία μεγαλύτερη από το αριθμητικό αποτέλεσμα. Δείχνει ότι ακόμη και ένα βαθιά εδραιωμένο σύστημα εξουσίας μπορεί να καταρρεύσει όταν πάψει να πείθει την κοινωνία ότι προσφέρει σταθερότητα, ευημερία και αποτελεσματική διακυβέρνηση.
Το κρίσιμο στοιχείο της αναμέτρησης είναι ότι ο Μάγιαρ δεν εγκλωβίστηκε στο πεδίο όπου ο Όρμπαν είχε επί χρόνια το συγκριτικό πλεονέκτημα. Δεν επέτρεψε στην προεκλογική σύγκρουση να μετατραπεί σε μάχη ταυτοτήτων γύρω από τη μετανάστευση, την εθνική κυριαρχία, τον πολιτισμικό συντηρητισμό ή τον φόβο εξωτερικών απειλών. Αντιθέτως, μετέφερε το κέντρο βάρους στην οικονομία, στο κόστος ζωής, στη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών, στη διαφθορά, στην ποιότητα του κράτους και στη διεθνή θέση της Ουγγαρίας. Με άλλα λόγια, άλλαξε το πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης από την ιδεολογική αυτοεπιβεβαίωση στη διαχειριστική επάρκεια. Και εκεί το σύστημα Όρμπαν αποδείχθηκε ευάλωτο. Όσο ένας ηγέτης μπορεί να πείθει ότι προστατεύει τη χώρα από φαντασιακούς ή πραγματικούς εξωτερικούς κινδύνους, η ταυτοτική πολιτική λειτουργεί ως μηχανισμός συσπείρωσης. Όταν όμως ο πολίτης βιώνει μείωση πραγματικού εισοδήματος, ακρίβεια, υποβάθμιση υπηρεσιών και αίσθηση άνισης κατανομής προνομίων, η επικοινωνιακή υπεροχή χάνει μεγάλο μέρος της ισχύος της.
Η οικονομία υπήρξε ο πυρήνας της ήττας. Η διεθνής πολιτική επιστήμη περιγράφει αυτό το φαινόμενο ως economic voting: οι πολίτες τείνουν να επιβραβεύουν ή να τιμωρούν κυβερνήσεις ανάλογα με το πώς βιώνουν την οικονομική τους κατάσταση. Δεν πρόκειται για μηχανιστική σχέση, ούτε σημαίνει ότι κάθε οικονομική δυσκολία οδηγεί αυτομάτως σε κυβερνητική ήττα. Σημαίνει όμως ότι όταν η οικονομική δυσαρέσκεια αποκτήσει διάρκεια, ένταση και κοινωνική διάχυση, τότε διαβρώνει ακόμη και τα πιο ισχυρά πολιτικά αφηγήματα. Στην Ουγγαρία, ο πληθωρισμός, η υποχώρηση της αγοραστικής δύναμης, η ανασφάλεια των νοικοκυριών και η εντύπωση ότι η κυβερνητική ελίτ παραμένει προστατευμένη από τις συνέπειες της κρίσης δημιούργησαν περιβάλλον τιμωρητικής ψήφου. Η εκλογική συμπεριφορά δεν κινήθηκε πρωτίστως από αφηρημένη ιδεολογική αναθεώρηση, αλλά από πολύ συγκεκριμένη κοινωνική εμπειρία: οι πολίτες αισθάνθηκαν ότι η ζωή τους έγινε δυσκολότερη και ότι η εξουσία δεν λογοδοτεί επαρκώς γι’ αυτό.
Καθοριστική υπήρξε και η υψηλή συμμετοχή. Η πολιτική κυριαρχία του Όρμπαν βασιζόταν όχι μόνο στη συσπείρωση της δικής του βάσης, αλλά και στη σχετική αποστράτευση τμημάτων της κοινωνίας που θεωρούσαν ότι η αλλαγή είναι αδύνατη. Η εκλογική ανατροπή έδειξε ότι η συμμετοχή μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης δημοκρατικής διόρθωσης. Δεν χρειάζεται πάντοτε μια μαζική μεταστροφή ψηφοφόρων από το ένα στρατόπεδο στο άλλο. Αρκεί η ενεργοποίηση κοινωνικών ομάδων που προηγουμένως απείχαν, η μείωση της έντασης υποστήριξης προς την κυβερνώσα παράταξη και η εμφάνιση μιας αξιόπιστης εναλλακτικής που περιορίζει τον φόβο της αλλαγής. Αυτό ακριβώς πέτυχε ο Μάγιαρ: δεν εμφανίστηκε ως φορέας ριζοσπαστικής ρήξης που θα τρόμαζε τους μετριοπαθείς ψηφοφόρους, αλλά ως επιλογή θεσμικής αποκατάστασης, κυβερνητικής κανονικότητας και πρακτικής αποτελεσματικότητας.
Η «κόπωση εξουσίας» υπήρξε επίσης αποφασιστική. Κάθε μακρά διακυβέρνηση αντιμετωπίζει το ίδιο δομικό πρόβλημα: αυτό που αρχικά εμφανίζεται ως σταθερότητα, με την πάροδο του χρόνου μπορεί να εκληφθεί ως μονοπώλιο. Αυτό που παρουσιάζεται ως εμπειρία μπορεί να μετατραπεί σε καθεστωτική αυτάρκεια. Αυτό που κάποτε λειτουργούσε ως εγγύηση συνέχειας μπορεί να μεταβληθεί σε σύμβολο στασιμότητας. Ο Όρμπαν κυβέρνησε για τόσο μεγάλο διάστημα ώστε το πολιτικό του σύστημα ταυτίστηκε με το κράτος. Η διάκριση κόμματος, κυβέρνησης, διοίκησης, οικονομικών συμφερόντων και επικοινωνιακών μηχανισμών θόλωσε επικίνδυνα. Σε τέτοιες συνθήκες, η πολιτική φθορά δεν είναι απλώς αποτέλεσμα επιμέρους λαθών. Είναι αποτέλεσμα συσσωρευμένης αντίληψης ότι η εξουσία έχει πάψει να ακούει, να διορθώνεται και να ανανεώνεται.
Η ουγγρική αναμέτρηση φωτίζει επίσης το ζήτημα της πολιτικής ατζέντας. Ο Όρμπαν είχε μάθει να κερδίζει εκλογές ορίζοντας το πλαίσιο της συζήτησης. Μετανάστευση, ασφάλεια, έθνος, παραδοσιακές αξίες, αντιπαράθεση με τις Βρυξέλλες και φόβος πολέμου συγκροτούσαν ένα συνεκτικό πολιτικό σύμπαν μέσα στο οποίο ο ίδιος εμφανιζόταν ως προστάτης της Ουγγαρίας. Ο Μάγιαρ, όμως, αρνήθηκε να δώσει τη μάχη σε αυτό το γήπεδο. Αντί να απαντά διαρκώς στους όρους του αντιπάλου, επέβαλε δικούς του όρους: ακρίβεια, διαφθορά, δημόσια υγεία, παιδεία, ευρωπαϊκά κονδύλια, θεσμική αποκατάσταση. Η μετατόπιση αυτή είχε κρίσιμη σημασία. Όταν ένας κυρίαρχος ηγέτης χάσει τον έλεγχο της ατζέντας, χάνει και μεγάλο μέρος της ικανότητάς του να ορίζει το νόημα της πολιτικής σύγκρουσης.
Η ήττα του Όρμπαν έχει, αναπόφευκτα, ευρωπαϊκή διάσταση. Για χρόνια η Ουγγαρία λειτούργησε ως εσωτερικός πονοκέφαλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Βουδαπέστη αξιοποίησε τα θεσμικά κενά της Ένωσης, την ανάγκη ομοφωνίας σε κρίσιμες αποφάσεις και την αδυναμία των ευρωπαϊκών μηχανισμών να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την αυταρχική διολίσθηση κράτους-μέλους. Το πάγωμα ευρωπαϊκών κονδυλίων δεν ήταν τεχνική λεπτομέρεια· ήταν πολιτικό σύμπτωμα βαθύτερης κρίσης εμπιστοσύνης. Για μεγάλο μέρος της ουγγρικής κοινωνίας, τα χαμένα ή δεσμευμένα ευρωπαϊκά χρήματα συνδέθηκαν με την κακοδιαχείριση, τη διαφθορά και τη διεθνή απομόνωση. Έτσι, η Ευρωπαϊκή Ένωση έπαψε να είναι μόνο εξωτερικός παράγοντας και έγινε εσωτερικό ζήτημα διακυβέρνησης.
Σε γεωπολιτικό επίπεδο, η αποχώρηση Όρμπαν αποδυναμώνει ένα δίκτυο ηγετών και πολιτικών δυνάμεων που έβλεπαν στην Ουγγαρία ένα πρότυπο εθνικιστικής, αντιφιλελεύθερης και φιλορωσικής ή τουλάχιστον φιλορωσικά ανεκτικής πολιτικής. Η σχέση με τον Πούτιν, η συστηματική παρεμπόδιση ευρωπαϊκών αποφάσεων για την Ουκρανία, η ιδιαίτερη σχέση με τον Τραμπικό χώρο στις Ηνωμένες Πολιτείες και οι επαφές με ευρύτερα αυταρχικά ή υβριδικά καθεστώτα έδιναν στην ουγγρική κυβέρνηση βάρος δυσανάλογο του μεγέθους της χώρας. Η ήττα του Όρμπαν δεν σημαίνει αυτομάτως ότι όλες αυτές οι ισορροπίες ανατρέπονται από τη μία ημέρα στην άλλη. Σημαίνει όμως ότι ένας από τους βασικούς κόμβους της ευρωπαϊκής αντιφιλελεύθερης Δεξιάς χάνει την κρατική του βάση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η απουσία ισχυρής Αριστεράς από το νέο πολιτικό τοπίο. Η ουγγρική ανατροπή δεν είναι νίκη μιας αριστερής εναλλακτικής. Είναι περισσότερο νίκη ενός μετα-ορμπανικού κέντρου θεσμικής αποκατάστασης, με στοιχεία τεχνοκρατικού πραγματισμού και αντιδιαφθοράς. Αυτό έχει σημασία, διότι δείχνει ότι η αποδόμηση ενός αυταρχίζοντος δεξιού καθεστώτος δεν προϋποθέτει υποχρεωτικά ιδεολογική μετατόπιση προς την Αριστερά. Μπορεί να προκύψει και από μια εσωτερική κρίση του ίδιου του συστήματος, όταν ένα τμήμα της κοινωνίας αναζητά όχι ιδεολογική επανάσταση, αλλά θεσμική κανονικότητα, οικονομική σταθερότητα και αξιοπρεπέστερη δημόσια διοίκηση. Η περίπτωση Μάγιαρ είναι χαρακτηριστική: προερχόμενος από τον ευρύτερο χώρο που κάποτε συνδεόταν με το καθεστώς Όρμπαν, μπόρεσε να απευθυνθεί σε ψηφοφόρους που δεν θα ακολουθούσαν εύκολα μια παραδοσιακή αντιπολιτευτική ή αριστερή πρόταση.
Το ουγγρικό αποτέλεσμα προσφέρει και ένα κρίσιμο μάθημα για τη λειτουργία των δημοσκοπήσεων. Όταν οι μετρήσεις επιβεβαιώνονται με αξιοσημείωτη ακρίβεια, υπενθυμίζουν ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο εργαλείο καθαυτό, αλλά στο πλαίσιο παραγωγής, παρουσίασης και πολιτικής χρήσης του. Οι δημοσκοπήσεις δεν είναι ούτε μαντεία ούτε μηχανισμοί χειραγώγησης από τη φύση τους. Είναι εργαλεία αποτύπωσης τάσεων, των οποίων η αξιοπιστία εξαρτάται από τη μεθοδολογία, τη διαφάνεια, την επαγγελματική επάρκεια και το επίπεδο εμπιστοσύνης του δημόσιου διαλόγου. Η ουγγρική περίπτωση δείχνει ότι, ακόμη και σε πολωμένα περιβάλλοντα, η εμπειρική πολιτική ανάλυση μπορεί να προσφέρει αξιόπιστη εικόνα, εφόσον δεν υποκαθίσταται από προπαγανδιστική χρήση των δεδομένων.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η ουγγρική εκλογή επαναφέρει στο προσκήνιο την ουσία της δημοκρατικής λογοδοσίας. Η δημοκρατία δεν εγγυάται ότι οι πολίτες θα επιλέγουν πάντοτε τους καλύτερους κυβερνώντες. Εγγυάται, όμως, κάτι θεμελιωδέστερο: τη δυνατότητα ειρηνικής απομάκρυνσης εκείνων που αποτυγχάνουν ή εκείνων που παύουν να απολαμβάνουν κοινωνική εμπιστοσύνη. Σε αυτό το σημείο η σκέψη του Καρλ Πόπερ παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη. Η αξία της δημοκρατίας δεν βρίσκεται σε μια υποτιθέμενη αλάνθαστη σοφία του εκλογικού σώματος, αλλά στη δυνατότητα θεσμικής διόρθωσης χωρίς βία, χωρίς κατάρρευση, χωρίς εμφύλια ρήξη.
Η ήττα του Όρμπαν, επομένως, δεν είναι μόνο ουγγρικό γεγονός. Είναι ευρωπαϊκό και διεθνές πολιτικό μήνυμα. Δείχνει ότι η αυταρχική σταθερότητα έχει όρια, ότι η επικοινωνιακή κυριαρχία δεν αρκεί όταν η οικονομική πραγματικότητα γίνεται αμείλικτη, ότι οι κοινωνίες μπορούν να αδρανούν για μεγάλα διαστήματα αλλά όχι επ’ άπειρον, και ότι η δημοκρατική πολιτική παραμένει ανοιχτή διαδικασία, ακόμη και όταν φαίνεται ασφυκτικά ελεγχόμενη.
Πρόσφατα σχόλια