Η συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν θέτει εκ νέου ένα από τα πιο επίμονα και δογματικά σύνθετα ζητήματα του αμερικανικού συνταγματικού συστήματος: ποιος νομιμοποιείται να δεσμεύει διεθνώς τις Ηνωμένες Πολιτείες όταν το αντικείμενο της συμφωνίας βρίσκεται στο όριο ανάμεσα στην εξωτερική πολιτική, την εθνική ασφάλεια, τις κυρώσεις, τη ναυσιπλοΐα, την πυρηνική μη διάδοση και την οικονομική διαχείριση; Το ζήτημα δεν είναι απλώς τυπικό. Αφορά στο αν μια τόσο σημαντική διεθνής διευθέτηση μπορεί να αποκτήσει νομιμοποίηση χωρίς ουσιαστική συμμετοχή του Κογκρέσου. Το αμερικανικό Σύνταγμα ορίζει ότι ο Πρόεδρος συνάπτει συνθήκες με τη συμβουλή και συγκατάθεση της Γερουσίας, υπό την προϋπόθεση έγκρισης από τα δύο τρίτα των παρόντων γερουσιαστών. Ωστόσο, η σύγχρονη πρακτική της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής έχει αναπτύξει ευρύ πεδίο προεδρικών ή εκτελεστικών συμφωνιών που δεν περνούν από την κλασική διαδικασία κύρωσης συνθήκης.

Αυτό ακριβώς είναι το θεσμικό βάθος του προβλήματος. Αν η συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν περιλαμβάνει παύση εχθροπραξιών, επαναλειτουργία κρίσιμου θαλάσσιου περάσματος, προσωρινή χαλάρωση κυρώσεων, αποδέσμευση περιουσιακών στοιχείων, τεχνική περίοδο πυρηνικών διαπραγματεύσεων και δεσμεύσεις μη περαιτέρω κλιμάκωσης, τότε δεν πρόκειται για απλή διοικητική πράξη εξωτερικής πολιτικής. Πρόκειται για πολυσύνθετο καθεστώς διεθνούς διαχείρισης κρίσης. Η Reuters ανέφερε ότι το πλαίσιο συνδέεται με τερματισμό ή παύση της σύγκρουσης, άνοιγμα του Ορμούζ και επόμενες διαπραγματεύσεις. Η Guardian, σε ανάλυση της 15ης Ιουνίου, το περιέγραψε ως συμφωνία που δίνει προτεραιότητα στη ναυσιπλοΐα, στη χαλάρωση κυρώσεων και στην αναβολή των πυρηνικών συνομιλιών σε επόμενο στάδιο. Αυτή η δομή καθιστά αναπόφευκτο το ερώτημα: μπορεί ο Πρόεδρος να παράγει τέτοιο πλαίσιο μόνο μέσω εκτελεστικής εξουσίας ή χρειάζεται ουσιαστικότερη κοινοβουλευτική συμμετοχή;

Η απάντηση δεν είναι απλή, διότι το αμερικανικό συνταγματικό δίκαιο εξωτερικών σχέσεων είναι ιστορικά πεδίο έντασης ανάμεσα στην ανάγκη ταχείας προεδρικής δράσης και στην ανάγκη δημοκρατικού ελέγχου. Ο Πρόεδρος έχει λειτουργικό πλεονέκτημα στην εξωτερική πολιτική: ενότητα φωνής, πρόσβαση σε πληροφορίες, ταχύτητα, δυνατότητα διαπραγμάτευσης και ευχέρεια προσαρμογής. Το Κογκρέσο έχει όμως δημοκρατικό και θεσμικό πλεονέκτημα: νομοθετική αρμοδιότητα, έλεγχο δημοσίων πόρων, εξουσία ρύθμισης κυρώσεων, δυνατότητα ακροάσεων, πολιτική λογοδοσία και εκπροσώπηση ευρύτερων κοινωνικών και πολιτειακών συμφερόντων. Όταν μια συμφωνία παράγει πρακτικά αποτελέσματα που αγγίζουν κυρώσεις, χρήματα, εμπορικές ροές, αμυντική διάταξη και πυρηνική πολιτική, η παράκαμψη του Κογκρέσου μπορεί να είναι συνταγματικά δυνατή σε ορισμένη μορφή, αλλά πολιτικά ευάλωτη.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η νομιμοποίηση μιας εκτελεστικής συμφωνίας δεν είναι μόνο ζήτημα αρχικής συνταγματικής αρμοδιότητας, αλλά και ζήτημα διάρκειας. Μια συμφωνία που στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στον Πρόεδρο μπορεί να συναφθεί ταχύτερα, αλλά μπορεί επίσης να ανατραπεί ταχύτερα. Αυτό είναι το παράδοξο των προεδρικών διεθνών δεσμεύσεων: έχουν υψηλή τακτική ευελιξία αλλά χαμηλότερη θεσμική ανθεκτικότητα. Η ιστορική εμπειρία των συμφωνιών με το Ιράν έχει δείξει πόσο σημαντικό είναι αυτό. Το Iran Nuclear Agreement Review Act του 2015 θεσπίστηκε ακριβώς για να δημιουργήσει διαδικασία κοινοβουλευτικής εξέτασης συμφωνιών σχετικών με το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα· αναλύσεις για το INARA επισημαίνουν ότι απαιτεί διαβίβαση σχετικής συμφωνίας στο Κογκρέσο και προβλέπει περίοδο αναθεώρησης πριν από την άσκηση ορισμένων εξουσιών άρσης ή αναστολής κυρώσεων.

Αν το νέο πλαίσιο ΗΠΑ–Ιράν περιέχει ουσιώδεις πυρηνικές ρυθμίσεις ή δεσμεύσεις που συνδέονται με το πυρηνικό πρόγραμμα, τότε το ερώτημα της σχέσης του με το INARA καθίσταται πολιτικά και νομικά καίριο. Αν η εκτελεστική εξουσία επιχειρήσει να το παρουσιάσει ως προσωρινό μνημόνιο αποκλιμάκωσης και όχι ως πλήρη πυρηνική συμφωνία, θα επιδιώξει πιθανώς να μεγιστοποιήσει την ευελιξία της. Αν όμως το Κογκρέσο θεωρήσει ότι το πλαίσιο παράγει ουσιαστικές δεσμεύσεις για κυρώσεις και πυρηνικά, μπορεί να απαιτήσει ενημέρωση, ακροάσεις, ψηφίσματα αποδοκιμασίας, νομοθετικούς περιορισμούς ή νέα διαδικασία ελέγχου. Το κέντρο βάρους δεν θα είναι μόνο το νομικό όνομα του κειμένου, αλλά το πραγματικό του αποτέλεσμα.

Η δημοκρατική νομιμοποίηση είναι ιδιαίτερα κρίσιμη επειδή η συμφωνία θα είναι εσωτερικά αμφισβητήσιμη. Κάθε χαλάρωση κυρώσεων μπορεί να παρουσιαστεί από επικριτές ως παραχώρηση. Κάθε αποδέσμευση πόρων μπορεί να εμφανιστεί ως οικονομική ενίσχυση αντιπάλου. Κάθε τεχνική περίοδος διαπραγμάτευσης μπορεί να καταγγελθεί ως καθυστέρηση που επιτρέπει στρατηγικό ελιγμό. Αν το Κογκρέσο μείνει πλήρως εκτός, οι επικριτές θα έχουν ισχυρό θεσμικό επιχείρημα: ότι μια μείζων διεθνής δέσμευση παράγεται χωρίς επαρκή δημοκρατικό έλεγχο. Αντιθέτως, ακόμη και περιορισμένη αλλά ουσιαστική κοινοβουλευτική εμπλοκή μπορεί να ενισχύσει τη διάρκεια της συμφωνίας, ακριβώς επειδή θα την αποσπάσει από το επίπεδο της μονοπρόσωπης προεδρικής επιλογής.

Υπάρχει, βέβαια, και ο αντίστροφος κίνδυνος. Η υπερβολική κοινοβουλευτική εμπλοκή μπορεί να καταστήσει τη συμφωνία αδύνατη.  Μια λεπτή διεθνής διαπραγμάτευση μπορεί να καταρρεύσει αν μετατραπεί αμέσως σε εσωτερικό κομματικό πεδίο αντιπαράθεσης. Αυτό είναι το κλασικό δίλημμα της εξωτερικής πολιτικής σε δημοκρατικά συστήματα: η μυστικότητα, η ταχύτητα και η ευελιξία βοηθούν τη διαπραγμάτευση, αλλά η διαφάνεια, η νομοθετική συμμετοχή και ο έλεγχος βοηθούν τη νομιμοποίηση. Η επιτυχής συμφωνία πρέπει να ισορροπήσει αυτά τα δύο. Δεν μπορεί να είναι τόσο κλειστή ώστε να φαίνεται αντιδημοκρατική, ούτε τόσο εκτεθειμένη ώστε να γίνει ανεφάρμοστη.

Το Κογκρέσο έχει επίσης ειδική σημασία λόγω των κυρώσεων. Η εκτελεστική εξουσία μπορεί συχνά να χρησιμοποιεί άδειες, εξαιρέσεις, waiver authorities ή προσωρινές αναστολές, αλλά οι κυρώσεις σε μεγάλο βαθμό στηρίζονται σε νομοθετικά πλαίσια. Αυτό σημαίνει ότι μια βραχυπρόθεσμη συμφωνία μπορεί να εφαρμοστεί προεδρικά, ενώ μια μακροπρόθεσμη αποκατάσταση οικονομικών σχέσεων δύσκολα μπορεί να σταθεροποιηθεί χωρίς νομοθετική συνεργασία. Η διάκριση είναι καθοριστική: ο Πρόεδρος μπορεί να ανοίξει παράθυρο αποκλιμάκωσης, αλλά το Κογκρέσο μπορεί να καθορίσει αν αυτό το παράθυρο θα γίνει σταθερή θεσμική δίοδος ή θα παραμείνει αναστρέψιμη διοικητική εξαίρεση.

Η συμφωνία θα κριθεί εν τέλει και από το αν θα αποκτήσει εσωτερική νομιμοποίηση. Χωρίς κάποια μορφή κοινοβουλευτικής ενσωμάτωσης, θα κινδυνεύει να παραμείνει συμφωνία μιας διοίκησης, όχι δέσμευση του κράτους. Η συνταγματική της επιτυχία θα βρίσκεται στη μέση οδό: προεδρική ευελιξία για την αποκλιμάκωση, αλλά επαρκής κοινοβουλευτικός έλεγχος ώστε η εξωτερική πολιτική να μην αποκοπεί από τη δημοκρατική λογοδοσία.