Η συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν αναδεικνύει μια κρίσιμη ελληνική αδυναμία: η χώρα συχνά αντιδρά σε διεθνείς θαλάσσιες κρίσεις αφού αυτές έχουν ήδη επηρεάσει αγορές, ναύλους, ασφάλιστρα, καύσιμα και εφοδιαστικές αλυσίδες. Αυτό δεν αρκεί πλέον. Η Αθήνα χρειάζεται στρατηγικό foresight για chokepoint crises, δηλαδή θεσμική ικανότητα να προβλέπει, να προσομοιώνει, να αξιολογεί και να προετοιμάζεται για διαταραχές σε κρίσιμα θαλάσσια περάσματα πριν αυτές μετατραπούν σε οικονομικό και πολιτικό κόστος. Το foresight δεν είναι μαντεία. Είναι πειθαρχημένη κατασκευή σεναρίων, έγκαιρη ανάγνωση δεικτών, σύνδεση πληροφοριών από διαφορετικά πεδία και προληπτική προσαρμογή πολιτικής.

Η περίπτωση του Ορμούζ είναι ιδανική για να κατανοηθεί αυτή η ανάγκη. Όταν υπάρχουν αντικρουόμενες αναφορές για το αν ένα τόσο κρίσιμο πέρασμα είναι ανοικτό, μερικώς λειτουργικό ή απειλούμενο, το πρόβλημα δεν είναι μόνο διπλωματικό. Είναι πρόβλημα πληροφοριακής αβεβαιότητας με άμεσες οικονομικές συνέπειες. Η δήλωση ότι ένα πέρασμα παραμένει ανοικτό δεν αρκεί για να καθησυχάσει πλοιοκτήτες, ασφαλιστές και ναυλωτές. Η αγορά ζητά διαρκή απόδειξη ασφαλούς διέλευσης. Αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό κράτος πρέπει να μπορεί να παρακολουθεί όχι μόνο πολιτικές ανακοινώσεις, αλλά και AIS data, ασφαλιστικά premiums, ροές φορτίων, ναυλώσεις, rerouting decisions και ενεργειακές τιμές. Το foresight αρχίζει εκεί όπου η διπλωματία συναντά τα δεδομένα.

Η σύγχρονη έρευνα για τα maritime chokepoints δείχνει ότι οι επιπτώσεις μιας διαταραχής είναι δυναμικές και σωρευτικές. Η προσαρμογή της ναυτιλίας μέσω rerouting μπορεί να μειώνει ορισμένες άμεσες απώλειες, αλλά δημιουργεί καθυστερήσεις σε επόμενους λιμένες και παρατείνει τις απώλειες όσο διαρκεί η κρίση. Η ίδια μελέτη δείχνει ότι η γνώση ή μη γνώση της διάρκειας μιας διακοπής επηρεάζει το προφίλ των απωλειών, καθώς οι αγορές αντιδρούν διαφορετικά σε προσωρινό και σε αόριστο σοκ. Αυτή η διαπίστωση έχει τεράστια σημασία για την Ελλάδα. Η χώρα δεν χρειάζεται απλώς να ξέρει ότι υπάρχει κρίση. Πρέπει να ξέρει πόσο πιθανό είναι να διαρκέσει, ποια διαδρομή επηρεάζεται, ποιοι κλάδοι εκτίθενται και ποια αντισταθμιστικά μέτρα μπορούν να ενεργοποιηθούν.

Ένα ελληνικό σύστημα στρατηγικού foresight για chokepoints θα έπρεπε να περιλαμβάνει τουλάχιστον τέσσερα επίπεδα. Το πρώτο είναι το επίπεδο παρακολούθησης: δεδομένα ναυσιπλοΐας, ασφαλίστρων, ναύλων, ενεργειακών τιμών, χρόνων διέλευσης και λιμενικής συμφόρησης. Το δεύτερο είναι το επίπεδο σεναρίων: πλήρες κλείσιμο, μερική παρεμπόδιση, απειλή χωρίς διακοπή, επιλεκτική στόχευση, αύξηση ασφαλίστρων χωρίς πραγματική διακοπή, παρατεταμένο rerouting. Το τρίτο είναι το επίπεδο επιπτώσεων: τι σημαίνει κάθε σενάριο για ελληνική ναυτιλία, καύσιμα, εισαγωγές, πληθωρισμό, λιμάνια, βιομηχανία και ευρωπαϊκές αλυσίδες. Το τέταρτο είναι το επίπεδο πολιτικής: ποια διπλωματική, οικονομική, ασφαλιστική και ευρωπαϊκή αντίδραση πρέπει να ενεργοποιηθεί.

Η Ελλάδα διαθέτει πολλά από τα συστατικά για ένα τέτοιο σύστημα, αλλά όχι απαραίτητα σε ενιαία στρατηγική μορφή. Υπάρχει ναυτιλιακή εμπειρία, πανεπιστημιακή γνώση, κρατική διπλωματία, λιμενική υποδομή, ιδιωτικός τομέας, ασφαλιστική πληροφόρηση και ευρωπαϊκή συμμετοχή. Αυτό που λείπει είναι η θεσμική σύνθεση. Το foresight δεν μπορεί να είναι διάσπαρτη γνώση. Πρέπει να γίνει μηχανισμός. Η Αθήνα χρειάζεται έναν διαρκή κόμβο ανάλυσης θαλάσσιων κινδύνων, όπου υπουργεία, ναυτιλιακοί φορείς, ερευνητικά κέντρα και ιδιωτικοί δρώντες θα ανταλλάσσουν πληροφορίες με κανόνες, μεθοδολογία και σαφείς διαδικασίες.

Η ανάγκη αυτή δεν αφορά μόνο το Ορμούζ. Το Σουέζ, η Ερυθρά Θάλασσα, η Μαλάκκα, ο Παναμάς, ακόμη και οι αναδυόμενες αρκτικές διαδρομές συνθέτουν ένα περιβάλλον όπου η ναυτιλία θα αντιμετωπίζει όλο και συχνότερα πολιτικούς, κλιματικούς, στρατιωτικούς και ασφαλιστικούς κινδύνους. Η έρευνα για τις εναλλακτικές διαδρομές Ευρώπης–Ασίας, όπως η Βόρεια Θαλάσσια Οδός, δείχνει ότι οι θεωρητικές συντομεύσεις συχνά περιορίζονται όταν ληφθούν υπόψη ρεαλιστικές ταχύτητες, καιρικές συνθήκες, θαλάσσια εφικτότητα, καύσιμα και εκπομπές. Άρα η στρατηγική πρόβλεψη δεν πρέπει να πέφτει στην παγίδα των απλών χαρτογραφικών λύσεων. Το ότι υπάρχει εναλλακτική διαδρομή δεν σημαίνει ότι είναι οικονομικά, χρονικά ή ασφαλιστικά ισοδύναμη.

Η ελληνική ανάγκη foresight είναι και ζήτημα δημοσιονομικής και κοινωνικής ασφάλειας. Μια διαταραχή σε θαλάσσιο πέρασμα μπορεί να αυξήσει το κόστος καυσίμων, να επιβαρύνει μεταφορές, να πιέσει εισαγωγές και να μεταδοθεί στην καθημερινή οικονομία. Το κράτος που βλέπει την κρίση μόνο όταν φτάνει στην αντλία καυσίμων ή στο κόστος μεταφοράς έχει ήδη αργήσει. Η εξωτερική πολιτική πρέπει να συνδεθεί με την οικονομική προνοητικότητα. Αυτό σημαίνει ότι η Αθήνα πρέπει να ενσωματώσει τα chokepoint scenarios στον σχεδιασμό οικονομικής ασφάλειας, όχι μόνο στη ναυτιλιακή πολιτική.