Η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει παραδοσιακά έντονη γεωγραφική εστίαση στην Ανατολική Μεσόγειο, στο Αιγαίο, στα Βαλκάνια και στην ευρωπαϊκή διάσταση της χώρας. Αυτή η εστίαση είναι απολύτως αναγκαία, αλλά δεν αρκεί πλέον. Η εποχή των διαδοχικών θαλάσσιων κρίσεων δείχνει ότι η Ελλάδα πρέπει να σκέφτεται τη θάλασσα όχι ως σύνολο απομονωμένων περιοχών, αλλά ως ενιαίο δίκτυο αρτηριών. Το Ορμούζ, το Σουέζ, η Ερυθρά Θάλασσα, η Ανατολική Μεσόγειος και τα μεγάλα ευρωπαϊκά λιμάνια δεν είναι χωριστά στρατηγικά επεισόδια. Είναι κόμβοι ενός ενιαίου συστήματος ροών. Όταν ένας κόμβος πιέζεται, το κόστος μεταφέρεται στους άλλους.

Η συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν προσφέρει στην Αθήνα μια ευκαιρία να αναβαθμίσει την αντίληψή της περί θαλάσσιας διπλωματίας. Η αβεβαιότητα γύρω από το Ορμούζ δεν αφορά μόνο τον Κόλπο. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο η ενέργεια, οι ασφαλιστικές αγορές, οι ναυλώσεις και οι εμπορικές διαδρομές διασχίζουν ένα παγκόσμιο δίκτυο. Αν το Ορμούζ γίνει επισφαλές, επηρεάζεται η ενεργειακή αγορά. Αν η Ερυθρά Θάλασσα γίνει επισφαλής, επηρεάζεται το Σουέζ και η σύνδεση Ασίας–Ευρώπης. Αν το Σουέζ υπολειτουργεί, αυξάνεται η σημασία εναλλακτικών διαδρομών και επιβαρύνονται χρόνοι, καύσιμα και κόστος. Η Ανατολική Μεσόγειος, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι απλώς περιφερειακή θάλασσα· είναι ευρωπαϊκή πύλη ενός παγκόσμιου θαλάσσιου συστήματος.

Η ΕΕ έχει ήδη αναγνωρίσει τη σημασία αυτής της διασύνδεσης, καθώς η αναθεωρημένη θαλάσσια στρατηγική της εντάσσει περιοχές όπως το Κέρας της Αφρικής και η Ερυθρά Θάλασσα σε ένα ευρύτερο σύστημα που συνδέει τη Μεσόγειο με τον Ινδικό Ωκεανό. Όμως η ελληνική εξωτερική πολιτική πρέπει να πάει πέρα από την απλή συμμετοχή σε ευρωπαϊκές ανακοινώσεις. Πρέπει να αποκτήσει δική της γλώσσα για τη διπλωματία των θαλάσσιων αρτηριών. Αυτό σημαίνει να συνδέει την ελευθερία ναυσιπλοΐας με την οικονομική ανθεκτικότητα, την ασφάλεια ενέργειας με το κόστος μεταφοράς, τη λειτουργία των στενών με τον πληθωρισμό, και τη ναυτιλιακή εμπειρία με την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία.

Η διπλωματία των θαλάσσιων αρτηριών δεν είναι απλώς διπλωματία υπέρ της «σταθερότητας». Είναι πολύ πιο συγκεκριμένη. Αφορά τη δυνατότητα ενός κράτους να αναλύει ποια περάσματα είναι κρίσιμα, ποια φορτία κινδυνεύουν, ποιοι κλάδοι επηρεάζονται, ποια εναλλακτικά δρομολόγια υπάρχουν, ποιο είναι το κόστος rerouting, ποια λιμάνια θα δεχθούν πίεση, ποιες αγορές θα αντιδράσουν πρώτες και ποια πολιτική απάντηση απαιτείται. Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι η εξωτερική πολιτική πρέπει να συνομιλεί συστηματικά με τη ναυτιλιακή κοινότητα, τα logistics, την ενεργειακή αγορά, τις ασφαλιστικές εταιρείες και τα ευρωπαϊκά όργανα. Η θάλασσα δεν είναι μόνο πεδίο διπλωματίας υπουργείων· είναι πεδίο διασύνδεσης κράτους και αγοράς.

Η Ανατολική Μεσόγειος έχει σε αυτή τη συζήτηση ιδιαίτερο ρόλο. Δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως χώρος ελληνοτουρκικών εντάσεων ή ενεργειακών σχεδιασμών. Πρέπει να αντιμετωπίζεται και ως τμήμα της διαδρομής που ενώνει την Ασία, τον Κόλπο, τη διώρυγα του Σουέζ, τα ευρωπαϊκά λιμάνια και τις εσωτερικές αγορές της Ευρώπης. Η γεωγραφία της Ελλάδας αποκτά άλλη σημασία όταν ενταχθεί σε αυτό το σύστημα. Η χώρα βρίσκεται κοντά σε μια θαλάσσια πύλη μεγάλης ευρωπαϊκής σημασίας και διαθέτει ναυτιλιακό κεφάλαιο με παγκόσμια παρουσία. Αυτός ο συνδυασμός μπορεί να μετατραπεί σε διπλωματικό πλεονέκτημα, εφόσον οργανωθεί στρατηγικά.

Η κρίση στην Ερυθρά Θάλασσα και οι ανακατευθύνσεις γύρω από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας τα προηγούμενα χρόνια έδειξαν πόσο γρήγορα μια διαταραχή μπορεί να αλλάξει χρόνους, κόστος και περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Αναλύσεις για τη διεθνή ναυτιλιακή δραστηριότητα δείχνουν σημαντική πτώση δραστηριότητας σε λιμένες της Ερυθράς Θάλασσας λόγω rerouting, ενώ η παράκαμψη μέσω μακρύτερων διαδρομών επιβαρύνει τη ναυτιλιακή λειτουργία και το κόστος. Αυτή η εμπειρία πρέπει να ενσωματωθεί στη σκέψη της Αθήνας. Η Ελλάδα δεν μπορεί να περιμένει κάθε φορά να δει πώς θα αντιδράσει η αγορά. Πρέπει να έχει προδιαμορφωμένες διπλωματικές και οικονομικές αναγνώσεις για κάθε πιθανή διαταραχή.

Η διπλωματία των θαλάσσιων αρτηριών θα μπορούσε να γίνει ελληνική εξειδίκευση μέσα στην ΕΕ. Η Αθήνα θα μπορούσε να προωθήσει ευρωπαϊκές πολιτικές για χαρτογράφηση κρίσιμων θαλάσσιων εξαρτήσεων, για κοινές ασκήσεις crisis simulation σε chokepoints, για ευρωπαϊκή βάση δεδομένων ναυτιλιακών κινδύνων, για διασύνδεση λιμανιών, για μηχανισμούς ασφαλιστικής σταθεροποίησης και για θεσμικό διάλογο με τη ναυτιλιακή βιομηχανία. Αυτές δεν είναι τεχνικές λεπτομέρειες. Είναι πολιτική υψηλής στρατηγικής, διότι η σύγχρονη ισχύς εξαρτάται από τη δυνατότητα να διατηρούνται ανοικτές οι αρτηρίες της οικονομίας.

Συμπερασματικά, η ελληνική εξωτερική πολιτική πρέπει να περάσει από τη γεωγραφική αντίληψη στη δικτυακή αντίληψη της θάλασσας. Το Ορμούζ, το Σουέζ και η Ανατολική Μεσόγειος πρέπει να ιδωθούν ως ενιαίο σύστημα ροών, όχι ως τρία διαφορετικά θέματα. Η Ελλάδα έχει την εμπειρία, το ναυτιλιακό βάθος και τη γεωγραφική θέση για να αναπτύξει μια σοβαρή διπλωματία των θαλάσσιων αρτηριών. Το ερώτημα είναι αν θα μείνει στην παθητική περιγραφή της σημασίας της ναυτιλίας ή αν θα μετατρέψει αυτή τη σημασία σε οργανωμένη ευρωπαϊκή και εθνική στρατηγική.