Η Ελλάδα χρειάζεται δική της σχολή θαλάσσιας γεωπολιτικής. Όχι με την έννοια ενός κλειστού ακαδημαϊκού δόγματος ή μιας ρητορικής επίκλησης της ναυτικής παράδοσης, αλλά με την έννοια μιας συστηματικής παραγωγής θεωρίας, ανάλυσης και πολιτικής γύρω από τη σχέση ναυτιλίας, ενέργειας, θαλάσσιων περασμάτων, ευρωπαϊκής ασφάλειας και παγκόσμιας γεωοικονομίας. Η συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν και η αβεβαιότητα γύρω από το Ορμούζ προσφέρουν αφορμή για να γίνει αυτή η συζήτηση με σοβαρότητα. Η Ελλάδα πρέπει να μετατρέψει τη ναυτιλιακή της εμπειρία σε θεσμική πρόταση.

Μια ελληνική σχολή θαλάσσιας γεωπολιτικής θα ξεκινούσε από μια βασική παραδοχή: η θάλασσα δεν είναι κενό διάστημα ανάμεσα σε χερσαίες πολιτικές μονάδες. Είναι χώρος ροών, εξαρτήσεων, ασφαλίστρων, χρόνων, δικαίου, απειλών, τεχνολογιών και ενεργειακών διαδρομών. Η κλασική γεωπολιτική συχνά αντιμετώπισε τη θάλασσα ως πεδίο ισχύος στόλων. Η σύγχρονη θαλάσσια γεωπολιτική πρέπει να τη δει ως σύστημα εμπορικής και ενεργειακής κυκλοφορίας. Σε αυτό το πεδίο, η Ελλάδα έχει ιδιαίτερη εμπειρία, επειδή η ελληνική ναυτιλία δεν είναι απλή εθνική δραστηριότητα· είναι καθημερινή εμπλοκή με την παγκόσμια οικονομική κυκλοφορία.

Η ανάγκη προκύπτει και από ένα κενό στην ευρωπαϊκή στρατηγική σκέψη. Η Ευρώπη εξαρτάται βαθιά από θαλάσσιες ροές, αλλά δεν διαθέτει πάντοτε ενιαία ναυτιλιακή αντίληψη αντίστοιχη προς την οικονομική της έκθεση. Η αναθεωρημένη ευρωπαϊκή στρατηγική θαλάσσιας ασφάλειας δείχνει θεσμική πρόοδο, αλλά η ΕΕ εξακολουθεί να χρειάζεται κράτη που μπορούν να μετατρέψουν τον θαλάσσιο κίνδυνο σε στρατηγική γλώσσα. Η Ελλάδα μπορεί να αναλάβει αυτόν τον ρόλο όχι επειδή έχει τη μεγαλύτερη κρατική ισχύ, αλλά επειδή διαθέτει μια σπάνια συνάντηση γεωγραφίας, ναυτιλιακού κεφαλαίου και ευρωπαϊκής θεσμικής συμμετοχής.

Η ελληνική σχολή θαλάσσιας γεωπολιτικής θα έπρεπε να έχει τέσσερις πυλώνες. Ο πρώτος είναι ο πυλώνας των chokepoints: Ορμούζ, Σουέζ, Βόσπορος, Μαλάκκα, Παναμάς, Ερυθρά Θάλασσα, Ανατολική Μεσόγειος. Όχι ως απομονωμένα σημεία, αλλά ως κόμβοι ενός δικτύου παγκόσμιας ευαλωτότητας. Ο δεύτερος είναι ο πυλώνας της ναυτιλιακής οικονομίας: ναύλοι, ασφάλιστρα, rerouting, λιμενική συμφόρηση, χρόνος παράδοσης, κόστος καυσίμων και χρηματοπιστωτική συμμόρφωση. Ο τρίτος είναι ο πυλώνας της ενεργειακής ασφάλειας: πετρέλαιο, LNG, ηλεκτρικές διασυνδέσεις, ευρωπαϊκή εξάρτηση και στρατηγικά αποθέματα. Ο τέταρτος είναι ο πυλώνας της θεσμικής πολιτικής: ΕΕ, IMO, διεθνές δίκαιο θάλασσας, κυρώσεις, επιτήρηση, ναυτικές αποστολές και μηχανισμοί πρόληψης κρίσεων.

Η Ελλάδα έχει ανάγκη από αυτή τη σχολή και για λόγους εσωτερικής στρατηγικής ωρίμανσης. Η δημόσια συζήτηση συχνά εγκλωβίζεται είτε σε στενή ελληνοτουρκική ανάγνωση είτε σε γενικόλογη επίκληση της «γεωστρατηγικής θέσης». Και τα δύο είναι ανεπαρκή. Η χώρα χρειάζεται μια σκέψη που να συνδέει το τοπικό με το παγκόσμιο: πώς η Ανατολική Μεσόγειος συνδέεται με το Σουέζ, πώς το Σουέζ συνδέεται με την Ασία, πώς το Ορμούζ επηρεάζει ενεργειακές τιμές, πώς οι ασφαλιστικές αγορές μεταφράζουν κίνδυνο, πώς οι ευρωπαϊκές πολιτικές καθυστερούν ή επιταχύνονται από θαλάσσιες κρίσεις. Μια ελληνική σχολή θαλάσσιας γεωπολιτικής θα έδινε στην Αθήνα γλώσσα πιο σύνθετη και πιο επιδραστική.

Η παραγωγή τέτοιας θεωρίας δεν μπορεί να είναι μόνο ακαδημαϊκή. Πρέπει να είναι υβριδική. Να συνδέει πανεπιστήμια, ναυτιλιακές ενώσεις, think tanks, υπουργεία, λιμάνια, ασφαλιστικές εταιρείες, εταιρείες logistics και ευρωπαϊκούς θεσμούς. Η Ελλάδα θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα ετήσιο Hellenic Maritime Geopolitics Report, ένα Chokepoint Risk Index, ένα ερευνητικό κέντρο θαλάσσιας στρατηγικής, μια ευρωπαϊκή πλατφόρμα δεδομένων για maritime disruptions και θεσμικά σεμινάρια για decision-makers. Έτσι, η ναυτιλιακή εμπειρία θα πάψει να είναι σιωπηρή γνώση της αγοράς και θα γίνει δημόσιο στρατηγικό αγαθό.

Η σημασία της τεχνολογίας είναι επίσης κεντρική. Η νέα θαλάσσια γεωπολιτική δεν μπορεί να βασίζεται μόνο σε χάρτες και ιστορικές αναλογίες. Χρειάζεται AIS data, satellite monitoring, insurance analytics, fuel-cost modelling, port congestion metrics, dynamic routing simulations και ανάλυση εκπομπών. Οι νέες μελέτες για την προσαρμοστική συμπεριφορά της ναυτιλίας δείχνουν ότι η πραγματική επίπτωση ενός chokepoint disruption εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά ο παγκόσμιος στόλος και όχι απλώς από το ποια διαδρομή έκλεισε. Άρα μια ελληνική σχολή θαλάσσιας γεωπολιτικής πρέπει να είναι ταυτόχρονα θεωρητική και δεδομενοκεντρική.

Η συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν μπορεί να αποτελέσει ιδρυτική αφορμή αυτής της νέας σκέψης. Δεν είναι το μόνο παράδειγμα, αλλά είναι εξαιρετικά διδακτικό: ένα διπλωματικό μνημόνιο επηρεάζει το Ορμούζ· το Ορμούζ επηρεάζει το πετρέλαιο· το πετρέλαιο επηρεάζει τις αγορές· οι αγορές επηρεάζουν πολιτικές προσδοκίες· η ναυτιλία αποτιμά την αξιοπιστία της συμφωνίας μέσω κινήσεων πλοίων και ασφαλίστρων· η Ευρώπη επηρεάζεται χωρίς να είναι κεντρικός διαπραγματευτής· η Ελλάδα, ως ναυτιλιακή δύναμη, βρίσκεται μέσα στο σύστημα επιπτώσεων. Αυτό είναι ακριβώς το είδος πολυεπίπεδης αλληλεξάρτησης που πρέπει να αναλύει μια ελληνική σχολή.

Συμπερασματικά, η Ελλάδα χρειάζεται δική της παραγωγή θεωρίας γύρω από ναυτιλία, ενέργεια και chokepoints γιατί αυτά δεν είναι περιφερειακά θέματα. Είναι ο πυρήνας της σύγχρονης γεωοικονομικής ασφάλειας. Μια ελληνική σχολή θαλάσσιας γεωπολιτικής θα μπορούσε να δώσει στη χώρα πνευματική, θεσμική και διπλωματική υπεραξία. Θα μετέτρεπε τη ναυτιλία από οικονομικό επίτευγμα σε στρατηγική γλώσσα. Και θα επέτρεπε στην Ελλάδα να μιλά στην Ευρώπη όχι μόνο ως κράτος με συμφέροντα, αλλά ως κράτος με γνώση.