Ένα εξωτερικό πληθωριστικό σοκ δεν γίνεται αυτομάτως επίμονος εγχώριος πληθωρισμός. Η μετάβαση από το ένα στο άλλο απαιτεί μηχανισμό μετάδοσης. Η κατανόηση αυτού του μηχανισμού είναι θεμελιώδης, επειδή ακριβώς πάνω του πρέπει να βασίζεται η διάκριση ανάμεσα σε μια προσωρινή απόκλιση που μπορεί να γίνει ανεκτή και σε μια διαδικασία που απαιτεί ισχυρότερη νομισματική αντίδραση.

Ο πρώτος γύρος είναι σχετικά εύκολο να περιγραφεί. Μια ξαφνική άνοδος της τιμής του πετρελαίου ή του φυσικού αερίου αυξάνει άμεσα το ενεργειακό σκέλος του δείκτη τιμών. Σχεδόν ταυτόχρονα εμφανίζονται έμμεσες επιδράσεις: ακριβότερες μεταφορές, ηλεκτρισμός και πρώτες ύλες αυξάνουν το κόστος παραγωγής άλλων αγαθών. Αυτές οι έμμεσες ανατιμήσεις αποτελούν ακόμη κυρίως μετάδοση του αρχικού σοκ μέσα στην αλυσίδα παραγωγής.

Ο πραγματικός δεύτερος γύρος αρχίζει όταν το αρχικό σοκ αλλάζει τη συμπεριφορά καθορισμού μισθών και τιμών με τρόπο που μπορεί να συνεχιστεί ακόμη και αν η εξωτερική τιμή σταματήσει να αυξάνεται.

Ο εργαζόμενος βλέπει ότι οι τιμές έχουν αυξηθεί κατά 5% και ζητεί μεγαλύτερο ονομαστικό μισθό ώστε να ανακτήσει την αγοραστική του δύναμη. Η επιχείρηση αντιμετωπίζει αυξημένο μισθολογικό κόστος και αυξάνει ξανά την τιμή. Ο εργαζόμενος βλέπει τη νέα αύξηση και προσαρμόζει εκ νέου τη μισθολογική απαίτηση. Παράλληλα, επιχειρήσεις που θεωρούν ότι οι ανταγωνιστές τους θα αυξήσουν επίσης τις τιμές μπορούν να διατηρήσουν ή να διευρύνουν περιθώρια κέρδους. Οι προσδοκίες αρχίζουν έτσι να επηρεάζουν την πραγματικότητα που υποτίθεται ότι απλώς προβλέπουν.

Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι επομένως ότι οι μισθοί αυξάνονται μετά από έναν πληθωριστικό κύκλο. Αυτό είναι συχνά φυσιολογική αποκατάσταση πραγματικού εισοδήματος. Η δευτερογενής διαδικασία γίνεται επικίνδυνη όταν οι αυξήσεις αποκτούν μηχανισμό αυτοσυντήρησης: όταν η σημερινή μισθολογική και τιμολογιακή απόφαση βασίζεται ολοένα περισσότερο στην προσδοκία ότι και οι υπόλοιποι θα συνεχίσουν να αυξάνουν αύριο.

Η χρονική διάρκεια έχει γι’ αυτό μεγαλύτερη σημασία από τον πρώτο αριθμό. Ένα ενεργειακό σοκ μπορεί να οδηγήσει τον συνολικό πληθωρισμό από το 2% στο 5% για λίγους μήνες και παρ’ όλα αυτά να έχει μικρή μεσοπρόθεσμη επίδραση αν η ενεργειακή τιμή σταθεροποιηθεί. Αντίθετα, μικρότερη αρχική ανατίμηση μπορεί να γίνει περισσότερο προβληματική αν ενσωματωθεί συστηματικά στις μισθολογικές συμβάσεις, στις τιμές υπηρεσιών και στις προσδοκίες.

Η ΕΚΤ ακριβώς γι’ αυτό δεν παρακολουθεί μόνο τον συνολικό δείκτη. Εξετάζει τον υποκείμενο πληθωρισμό, τις υπηρεσίες, τους μισθούς, τις πληθωριστικές προσδοκίες, τις επιχειρηματικές έρευνες, τα περιθώρια κέρδους και τον βαθμό στον οποίο οι αυξήσεις τιμών γίνονται ευρύτερες. Στις εκτιμήσεις του καλοκαιριού του 2026 σημείωνε ότι οι έμμεσες και δευτερογενείς επιδράσεις του νέου ενεργειακού σοκ χρειάζονται χρόνο για να εμφανιστούν και ότι η τελική αντίδραση των εγχώριων τιμών θα εξαρτηθεί από την κοινή δυναμική μισθών και κερδών.

Το πρώτο μεγάλο διαγνωστικό εργαλείο είναι η μισθολογική δυναμική. Η ΕΚΤ διαθέτει πλέον wage tracker που συγκεντρώνει πληροφορίες από ήδη συμφωνημένες συλλογικές συμβάσεις και επιτρέπει καλύτερη εικόνα της πορείας των μισθών μήνες μπροστά. Τα στοιχεία του Ιουνίου έδειχναν συμφωνημένη αύξηση περίπου 2,5% στο τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 2026, ενώ οι συνολικές αποδοχές ανά εργαζόμενο προβλέπονταν να αυξηθούν κατά 3,2% το έτος. Οι αριθμοί αυτοί δεν παραπέμπουν από μόνοι τους σε ανεξέλεγκτο μισθολογικό δεύτερο γύρο.

Το δεύτερο διαγνωστικό εργαλείο είναι η σχέση μισθού και παραγωγικότητας. Αυτό που επηρεάζει άμεσα την εγχώρια πληθωριστική πίεση δεν είναι απλώς ο μισθός αλλά το μοναδιαίο κόστος εργασίας: πόσο μισθολογικό κόστος αντιστοιχεί σε κάθε μονάδα πραγματικής παραγωγής. Αν ο ονομαστικός μισθός αυξηθεί κατά 3% και η παραγωγικότητα κατά 1%, το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος αυξάνεται περίπου κατά 2%. Αν ο μισθός αυξηθεί κατά το ίδιο ποσοστό αλλά η παραγωγικότητα μειωθεί, η πληθωριστική πίεση είναι αισθητά μεγαλύτερη.

Το τρίτο είναι τα κέρδη. Η τιμή ενός προϊόντος δεν αποτελεί απλή μεταφορά του μισθολογικού κόστους. Περιλαμβάνει επίσης εισαγόμενο κόστος, φόρους και περιθώρια κέρδους. Αυτό σημαίνει ότι ένας κύκλος ανάκτησης πραγματικών μισθών μπορεί να είναι συμβατός με αποκλιμάκωση του πληθωρισμού αν οι επιχειρηματικές αποδόσεις ανά μονάδα προϊόντος συμπιεστούν. Η εμπειρία της προηγούμενης πληθωριστικής περιόδου είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική: ανάλυση του ΔΝΤ έδειξε ότι η άνοδος των εισαγόμενων τιμών και των κερδών είχε συμβάλει αποφασιστικά στην αρχική επιτάχυνση των τιμών και ότι η μετέπειτα ομαλοποίηση του μεριδίου κερδών μπορούσε να δημιουργήσει χώρο για αύξηση των μισθών χωρίς αντίστοιχη διατήρηση υψηλού πληθωρισμού.

Αυτό καταρρίπτει μια υπερβολικά μηχανική αντίληψη περί «σπιράλ μισθών–τιμών». Δεν υπάρχει οικονομικός νόμος σύμφωνα με τον οποίο οποιαδήποτε μισθολογική αύξηση μετά από πληθωρισμό προκαλεί αυτομάτως νέα ισόποση ανατίμηση. Το αποτέλεσμα εξαρτάται από την παραγωγικότητα, τα περιθώρια κέρδους, την ένταση του ανταγωνισμού, τη ζήτηση και τον τρόπο με τον οποίο κατανέμεται το αρχικό πραγματικό κόστος.

Το τέταρτο κρίσιμο μέγεθος είναι οι προσδοκίες. Οι μακροχρόνιες προσδοκίες είναι ο μηχανισμός που μπορεί να μετατρέψει προσωρινό πληθωρισμό σε καθεστώς. Αν οι συμβάσεις αρχίσουν να συνάπτονται θεωρώντας ότι ο πληθωρισμός θα βρίσκεται μονίμως στο 4% αντί στο 2%, τότε η ίδια αυτή υπόθεση ενσωματώνεται στις τιμές και στους μισθούς. Η κεντρική τράπεζα ενδιαφέρεται επομένως έντονα όχι μόνο για τον σημερινό δείκτη αλλά για το πού θεωρούν οι οικονομικοί δρώντες ότι θα βρίσκεται ο πληθωρισμός έπειτα από πέντε ή δέκα χρόνια.

Μέχρι στιγμής, οι ενδείξεις του 2026 δεν δείχνουν πλήρη αποσταθεροποίηση αυτού του μηχανισμού. Η ΕΚΤ ανέφερε τον Σεπτέμβριο ότι οι μισθοί δεν είχαν εμφανίσει ουσιώδη αντίδραση στο νέο ενεργειακό σοκ, ενώ εξακολουθούσε να παρακολουθεί ακριβώς την πιθανή μεταφορά του στις τιμές, στους μισθούς και στις προσδοκίες. Οι έρευνες επαγγελματικών προβλέψεων επίσης εκτιμούσαν σχετικά περιορισμένη μισθολογική επίδραση του σοκ.

Το πέμπτο στοιχείο είναι η αγορά εργασίας. Μια εξαιρετικά σφιχτή αγορά εργασίας αυξάνει την πιθανότητα ο εργαζόμενος να μπορεί να μετατρέψει πλήρως τον προηγούμενο πληθωρισμό σε ονομαστική μισθολογική αύξηση. Σε ασθενέστερη αγορά εργασίας η διαπραγματευτική ισχύς είναι μικρότερη. Αυτό δεν είναι αξιολογική κρίση για το τι θα ήταν κοινωνικά δίκαιο· είναι περιγραφή του μηχανισμού μετάδοσης.

Αντίστοιχα, η ισχύς της ζήτησης καθορίζει αν μια επιχείρηση μπορεί να μετακυλίσει υψηλότερο κόστος. Αν οι καταναλωτές περιορίζουν τις αγορές όταν η τιμή αυξηθεί, το περιθώριο μετακύλισης μειώνεται. Αν η ζήτηση παραμένει πολύ ισχυρή, οι επιχειρήσεις μπορούν ευκολότερα να αυξήσουν τις τιμές χωρίς απώλεια πωλήσεων. Γι’ αυτό ο δεύτερος γύρος δεν είναι μόνο ιστορία μισθών. Είναι αλληλεπίδραση κόστους, ζήτησης, παραγωγικότητας, περιθωρίων και προσδοκιών.

Η έννοια του «δεύτερου γύρου» πρέπει επίσης να χρησιμοποιείται με ακρίβεια. Αν η τιμή του ψωμιού αυξηθεί επειδή ακριβύνει το ηλεκτρικό ρεύμα του φούρνου, αυτό είναι κυρίως έμμεση επίδραση του αρχικού ενεργειακού σοκ. Αν όμως η τιμή του ψωμιού αυξηθεί ξανά επειδή ο μισθός, το ενοίκιο, οι προσδοκίες κόστους και το απαιτούμενο περιθώριο έχουν ήδη αναπροσαρμοστεί προς τον γενικό πληθωρισμό, τότε η οικονομία έχει περάσει σε βαθύτερη ενδογενή δυναμική.