Μια οικονομία μπορεί να γνωρίσει σημαντικές ονομαστικές μισθολογικές αυξήσεις και ταυτόχρονα αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. Μπορεί επίσης να γνωρίσει χαμηλές μισθολογικές αυξήσεις και υψηλό πληθωρισμό αν το βασικό σοκ προέρχεται από ενέργεια, εισαγόμενες τιμές ή περιθώρια κέρδους. Για να αξιολογηθεί η πληθωριστική σημασία των μισθών χρειάζεται επομένως να διακριθούν τέσσερα μεγέθη που συχνά συγχέονται: ο ονομαστικός μισθός, ο πραγματικός μισθός, η παραγωγικότητα και το περιθώριο κέρδους.
Η αφετηρία είναι η απώλεια αγοραστικής δύναμης. Αν οι τιμές αυξηθούν κατά 8% και ο ονομαστικός μισθός κατά 3%, ο εργαζόμενος έχει υποστεί σημαντική μείωση πραγματικού μισθού. Μια μεταγενέστερη μισθολογική αύξηση μεγαλύτερη από τον τρέχοντα πληθωρισμό μπορεί απλώς να ανακτά μέρος αυτής της προηγούμενης απώλειας. Το γεγονός ότι ο ονομαστικός μισθός αυξάνεται κατά 4% σε περίοδο κατά την οποία ο τρέχων πληθωρισμός έχει πέσει στο 2% δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι δημιουργείται νέα υπερβάλλουσα πραγματική απαίτηση. Μπορεί να πρόκειται για καθυστερημένη ανακατανομή προς την εργασία μετά από περίοδο κατά την οποία οι τιμές προηγήθηκαν των μισθών.
Αυτό ακριβώς συνέβη σε σημαντικό βαθμό στην προηγούμενη ευρωπαϊκή πληθωριστική περίοδο. Οι εισαγόμενες ενεργειακές τιμές αυξήθηκαν πολύ γρηγορότερα από τους μισθούς και οι εργαζόμενοι υπέστησαν πραγματική εισοδηματική απώλεια. Η μεταγενέστερη ταχύτερη αύξηση ονομαστικών αποδοχών ήταν εν μέρει διαδικασία ανάκτησης και όχι αρχικός παράγοντας του σοκ. Το ΔΝΤ είχε επισημάνει ότι η πορεία αποκλιμάκωσης θα μπορούσε να συνυπάρξει με σχετικά ισχυρές μισθολογικές αυξήσεις εφόσον τα εταιρικά περιθώρια απορροφούσαν μέρος της αύξησης του εργασιακού κόστους.
Το βασικό μέγεθος για τη διατηρήσιμη σχέση μισθών και τιμών είναι η παραγωγικότητα. Αν ένας εργαζόμενος παράγει 1% περισσότερο πραγματικό προϊόν ανά ώρα, η επιχείρηση μπορεί να αυξήσει τον ονομαστικό μισθό του κατά περίπου 1% χωρίς καμία αύξηση του εργασιακού κόστους ανά παραγόμενη μονάδα. Σε ένα απλουστευμένο περιβάλλον, με μακροχρόνιο στόχο πληθωρισμού 2% και αύξηση παραγωγικότητας 1%, ονομαστικές μισθολογικές αυξήσεις γύρω στο 3% μπορούν να είναι απολύτως συμβατές με σταθερό πληθωρισμό 2%, εφόσον τα άλλα στοιχεία κόστους και περιθωρίων παραμένουν σταθερά.
Γι’ αυτό το μοναδιαίο κόστος εργασίας είναι οικονομικά σημαντικότερο από τον ονομαστικό μισθό μόνο του. Αν οι μισθοί αυξάνονται ταχύτερα από την παραγωγικότητα για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι επιχειρήσεις πρέπει είτε να δεχθούν χαμηλότερο περιθώριο κέρδους είτε να αυξήσουν τις τιμές είτε να βελτιώσουν την παραγωγικότητα. Αν η αγορά επιτρέπει εύκολη μετακύλιση και τα περιθώρια δεν συμπιέζονται, η μισθολογική δυναμική μπορεί να γίνει πληθωριστική.
Αλλά και το αντίστροφο έχει σημασία. Αν η παραγωγικότητα αυξάνεται χωρίς ανάλογη άνοδο πραγματικών μισθών, αυξάνεται το περιθώριο που μπορεί να κατευθυνθεί στα κέρδη. Η σταθερότητα των τιμών δεν απαιτεί συνεπώς μόνιμη συγκράτηση της εργασίας. Απαιτεί μακροχρόνια συμβατότητα ανάμεσα στην αύξηση του ονομαστικού κόστους, στην παραγωγικότητα και στον στόχο πληθωρισμού.
Η τρέχουσα εικόνα της ευρωζώνης είναι ακριβώς γι’ αυτό πιο ήπια από έναν απλό τίτλο περί «μισθολογικών πιέσεων». Το ECB wage tracker έδειχνε το 2026 συμφωνημένες μισθολογικές αυξήσεις περίπου 2,5% για το δεύτερο εξάμηνο, ενώ οι προβολές του Ευρωσυστήματος έβλεπαν αποδοχές ανά εργαζόμενο να αυξάνονται κατά περίπου 3,2% στο σύνολο του έτους. Τον Σεπτέμβριο, η ίδια η ΕΚΤ ανέφερε ότι δεν είχε εμφανιστεί ουσιώδης μισθολογική αντίδραση στο νέο ενεργειακό σοκ.
Το γεγονός δεν σημαίνει ότι ο μισθολογικός κίνδυνος έχει εξαφανιστεί. Σημαίνει ότι δεν πρέπει να προεξοφλείται. Μια κεντρική τράπεζα που αντιδρά σε κάθε αύξηση μισθών σαν να αποτελεί απόδειξη σπιράλ μπορεί να καταστεί υπερβολικά περιοριστική και να εμποδίσει μια φυσιολογική αποκατάσταση πραγματικών εισοδημάτων. Η αξιολόγηση πρέπει να βασίζεται στο αν οι μισθοί αυξάνονται ταχύτερα από ένα επίπεδο συμβατό με παραγωγικότητα και στόχο τιμών επί αρκετό διάστημα και αν οι επιχειρήσεις μετακυλίουν αυτή την αύξηση στις τελικές τιμές.
Εδώ εισέρχονται τα περιθώρια κέρδους. Η μακροοικονομική κατανομή μιας αύξησης κόστους δεν είναι προκαθορισμένη. Αν το κόστος εργασίας ανά μονάδα αυξηθεί, η τιμή μπορεί να παραμείνει σχεδόν σταθερή αν μειωθεί το κέρδος ανά μονάδα. Αυτό δεν μπορεί να συνεχίζεται απεριόριστα, αλλά μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός προσωρινής απορρόφησης κατά τη φάση επαναφοράς των πραγματικών μισθών. Το αντίθετο ισχύει όταν επιχειρήσεις έχουν επαρκή τιμολογιακή ισχύ ώστε να διατηρήσουν ή να διευρύνουν τα περιθώρια παρά την άνοδο εισαγόμενου και μισθολογικού κόστους.
Τα στοιχεία της ΕΚΤ για το 2026 καταγράφουν μάλιστα περιόδους κατά τις οποίες η συμβολή των μοναδιαίων κερδών στον εγχώριο αποπληθωρισμό ήταν αρνητική, ενώ η συμβολή του μοναδιαίου κόστους εργασίας παρέμενε θετική. Αυτό είναι ακριβώς το είδος προσαρμογής που επιτρέπει στους πραγματικούς μισθούς να ανακάμψουν χωρίς αναγκαστικά να εκτροχιάζεται ο συνολικός πληθωρισμός.
Η έννοια του «σπιράλ μισθών–τιμών» πρέπει λοιπόν να χρησιμοποιείται πολύ πιο αυστηρά. Για να υπάρχει πραγματικό σπιράλ δεν αρκεί η αλληλουχία «οι τιμές αυξήθηκαν, έπειτα αυξήθηκαν οι μισθοί». Χρειάζεται ο μηχανισμός να γίνει επαναληπτικός και αυτοτροφοδοτούμενος: οι μισθολογικές αποφάσεις να βασίζονται επίμονα στον προηγούμενο πληθωρισμό, οι επιχειρήσεις να περνούν τις αυξήσεις σε νέες τιμές, οι εργαζόμενοι να αντιδρούν στις νέες τιμές με νέες απαιτήσεις και οι προσδοκίες να προεξοφλούν τη συνέχιση του ίδιου κύκλου.
Μία εφάπαξ ανάκτηση πραγματικού μισθού δεν είναι σπιράλ.
Ούτε μια διετής περίοδος υψηλότερης ονομαστικής αύξησης μετά από μεγάλο πληθωριστικό σοκ αποτελεί από μόνη της απόδειξη μόνιμης αστάθειας.
Ο κίνδυνος αυξάνεται όταν η προσαρμογή γίνεται πλήρως backward-looking, όταν η παραγωγικότητα παραμένει αδύναμη και όταν οι μακροχρόνιες προσδοκίες ξεφεύγουν από τον στόχο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει εδώ το σύστημα μισθολογικών διαπραγματεύσεων. Σε ένα καθεστώς αυτόματης πλήρους τιμαριθμικής αναπροσαρμογής, κάθε παρελθούσα αύξηση του πληθωρισμού μετατρέπεται σχεδόν μηχανικά σε μελλοντικό εργασιακό κόστος. Σε σύστημα όπου οι διαπραγματεύσεις είναι περισσότερο προσανατολισμένες στον αναμενόμενο μελλοντικό πληθωρισμό, στην παραγωγικότητα και στις συνθήκες κάθε κλάδου, η πιθανότητα αυτοτροφοδοτούμενης αδράνειας είναι μικρότερη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι πρέπει να «πληρώνουν» μόνιμα τα ενεργειακά σοκ. Σημαίνει ότι η πραγματική απώλεια που δημιουργεί ένα εξωτερικό σοκ πρέπει να κατανεμηθεί με θεσμικό τρόπο που δεν μετατρέπει την προσπάθεια κάθε ομάδας να προστατευθεί πλήρως σε μόνιμη ονομαστική αστάθεια. Η κατανομή μπορεί να περιλαμβάνει προσωρινή συμπίεση επιχειρηματικών περιθωρίων, στοχευμένη δημοσιονομική προστασία των πιο ευάλωτων, μεγαλύτερη παραγωγικότητα και σταδιακή επαναφορά του πραγματικού μισθού.
Η ίδια η παραγωγικότητα είναι επομένως ο παράγοντας που μπορεί να λύσει μέρος της σύγκρουσης χωρίς να απαιτεί κάποιος να χάσει. Αν η παραγωγή ανά εργαζόμενο αυξάνεται, υπάρχει περισσότερος πραγματικός χώρος για μισθολογική άνοδο χωρίς πληθωρισμό ή συμπίεση κερδών. Γι’ αυτό μια κοινωνία που θέλει μακροχρόνια υψηλότερους πραγματικούς μισθούς δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στη διαπραγμάτευση της κατανομής ενός δεδομένου προϊόντος. Χρειάζεται να αυξάνει και το ίδιο το προϊόν ανά ώρα εργασίας.
Πρόσφατα σχόλια